Thursday, January 26, 2012
Monday, January 16, 2012
Sunday, January 15, 2012
Αναζητώντας τον χαμένο πολιτικό διάλογο
Του Πασχου Mανδραβελη
Καθημερινή 15/01/2012
Καθημερινή 15/01/2012
Ενα από τα ερωτήματα των πολιτών τα τελευταία τρία χρόνια διατυπώνεται σαν παράπονο και οργή για τους πολιτικούς: «Μα δεν έβλεπαν πού πάμε; Γιατί δεν έκαναν κάτι να το αποτρέψουν;». Η αλήθεια είναι ότι αυτοί που έβλεπαν πού πάμε δεν ήταν δημοφιλείς, ενώ εκείνοι που έριχναν λάδι στην καταστροφή, όχι μόνο επανεκλέγονταν αλλά είχαν πιάσει και στασίδι στα κεντρικά ΜΜΕ της χώρας. Η κρατική σπατάλη δεν ήταν κάτι που επιβλήθηκε από τους πολιτικούς, ήταν αίτημα της κοινωνίας που τροφοδοτούνταν διαρκώς από εκπομπές που έκλαιγαν για τη «συνταξούλα» του πενηντάχρονου και τα «επιδοματάκια» του δημοσίου υπαλλήλου (τα οποία σε πολλές περιπτώσεις έφταναν να είναι μεγαλύτερα και από τον ονομαστικό μισθό). Ο δημόσιος διάλογος δεν γινόταν με αριθμούς - έτσι κι αλλιώς στην Ελλάδα ποτέ δεν μετρήσαμε τίποτε. Γινόταν, και συνεχίζει να γίνεται, με λυγμούς.
Το άλλο χαρακτηριστικό του δημοσίου διαλόγου που αποκρύπτει την πραγματικότητα για την κατάσταση της χώρας είναι η αυτοαναφορικότητα της πολιτικής. Αυτή, εν πολλοίς, τροφοδοτείται από τα ΜΜΕ. Γράφαμε και παλιότερα ότι «μεγαλύτερο και από το οικονομικό πρόβλημα της χώρας είναι ο δημόσιος διάλογός της. Αυτός, με βασική ευθύνη των ΜΜΕ, ποτέ δεν προχωρεί στην ουσία της πολιτικής, πάντα μένει στη διαδικασία της. Ποτέ δεν συζητάμε τις προτάσεις ενός πολιτικού, πάντα «αποκαλύπτουμε» προθέσεις του. Ποτέ δεν αναλύουμε πολιτικά προγράμματα, πάντα διυλίζουμε το «σου 'πα, μου 'πες» των πολιτικών. Κάπως έτσι χρεοκόπησε η χώρα, και οι τελευταίοι που το έμαθαν ήταν οι Ελληνες πολίτες» («Καθημερινή», 15.2.2011).
Τα παραδείγματα είναι πολλά, με κορυφαίο την προειδοποίηση του κ. Κώστα Σημίτη από τον Δεκέμβριο του 2008 πως η Ελλάδα οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια στο ΔΝΤ. Αυτό το ηχηρό καμπανάκι δε έγινε θέμα στα ΜΜΕ, η συζήτηση που ακολούθησε αφορούσε τις ψυχρές σχέσεις του κ. Σημίτη με τον Παπανδρέου και το γεγονός ότι ο πρώτος δεν ανέφερε στην ομιλία του ούτε μία φορά τη λέξη ΠΑΣΟΚ.
Δεν είναι το μόνο παράδειγμα. Στις 27.7.2008, ο τότε υπουργός Οικονομίας Γιώργος Αλογοσκούφης έδωσε μια συνέντευξη στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία». Σχολιάζοντας τον αντίκτυπο που είχε στον ελληνικό δημόσιο διάλογο, γράφαμε: «Σ' αυτή τη συνέντευξη ο κ. Αλογοσκούφης είπε αλήθειες και ψέματα. Η αλήθεια είναι ότι η οικονομία μας πάει από το κακό στο χειρότερο. Η ανταγωνιστικότητα κατρακυλάει, τα ελλείμματα διογκώνονται, οι οικονομικοί δείκτες στο σύνολό τους προοιωνίζονται τα χειρότερα. Τα ψέματα ήταν ότι η ελληνική οικονομία βγαίνει λιγότερο τραυματισμένη από τη διεθνή κρίση επειδή έγιναν οι μεταρρυθμίσεις... Και όμως ουδείς ασχολήθηκε ούτε με τις δύσκολες αλήθειες ούτε με τα τραγικά ψέματα του κ. Αλογοσκούφη. Το πολιτικό-δημοσιογραφικό σκηνικό συνταράχτηκε από μια δευτερεύουσα πρόταση σε μια δευτερεύουσα ερώτηση προς τον κ. Αλογοσκούφη (ο οποίος είπε ότι σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας της Ν. Δ. στις ερχόμενες εκλογές, το κόμμα του θα έπρεπε να συμπράξει με το ΠΑΣΟΚ για τον σχηματισμό κυβέρνησης). Εγιναν ερωτήσεις στο πρες ρουμ και βαθυστόχαστες αναλύσεις για το αν η Ν. Δ. θα συμπράξει μετεκλογικώς με το ΠΑΣΟΚ στην περίπτωση μη αυτοδυναμίας. Η οικονομία, τα ελλείμματα, η χαμένη ανταγωνιστικότητα έφτασαν να μοιάζουν σαν ένα δισέλιδο γαρνίρισμα για μια και μόνο πιθανολόγηση» («Καθημερινή», 30.7.2008).
Αυτή η επικέντρωση των ΜΜΕ στο πολιτικό σκηνικό, αντί στην πολιτική (που αφορά τα πραγματικά προβλήματα του τόπου), δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός της ώσμωσης μεταξύ πολιτικής και δημοσιογραφίας στα καφέ και ρεστοράν πέριξ της πλατείας Κολωνακίου. Ούτε οφείλεται στο γεγονός μόνο ότι πολλοί δημοσιογράφοι θέλουν να ασκούν πολιτική και πολλοί πολιτικοί λειτουργούν πολλάκις σαν δημοσιογράφοι.
Στενή σχέση
Υπάρχουν και άλλοι λόγοι. Ο ένας είναι η στενή οικονομική εξάρτηση των ελληνικών ΜΜΕ από το κράτος. Η διόγκωση της βιομηχανίας των ΜΜΕ στην Ελλάδα δεν ήταν αποτέλεσμα επιχειρηματικών ευκαιριών, αλλά πολιτικών. Γι' αυτό παρουσιάστηκε το φαινόμενο να συρρικνώνεται η αγορά και ταυτόχρονα να πληθαίνουν τα ΜΜΕ. Ορος επιβίωσης σ' αυτή τη μη αγορά είναι η παρακολούθηση του πολιτικού παίγνιου, αφού οι πολιτικοί είναι οι καλύτεροι (και σε πολλές περιπτώσεις οι μόνοι) πελάτες. Και δεν εννοούμε μόνον ως αναγνώστες. Το ποιος κατέχει τα κλειδιά του κρατικού θησαυροφυλάκιου έχει μεγάλη σημασία για ένα σύστημα που ζει κατά κύριο λόγο από το κρατικό θησαυροφυλάκιο. Κι επειδή αυτό το σύστημα θέτει την ατζέντα του δημόσιου διαλόγου, οι καημοί του γίνονται καημοί του τόπου. Τα πραγματικά προβλήματα του τόπου δεν έχουν καμιά ελπίδα, επειδή ακριβώς είναι εκτός των ενδιαφερόντων του. Η διαπλοκή είναι απλώς μία πτυχή αυτής της ανάρμοστης σχέσης. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι η υλική βάση της βιομηχανίας των ΜΜΕ διαμόρφωσε το εποικοδόμημα. Πολιτικό θεωρείται πλέον αυτό που κάνουν οι πολιτικοί· αν τσακώνονται ή αν φιλιώνουν· αν αφήνουν αιχμές ή αν ρίχνουν βολές· αν θα μείνουν ή αν θα φύγουν. Ολα τα άλλα ζητήματα -συμπεριλαμβανομένης της χρεοκοπίας της χώρας- είναι εκτός ατζέντας. Η κρατική δίαιτα διαμόρφωσε και δημοσιογραφικό ήθος, όχι μόνο υπό την έννοια της ηθικής, αλλά και του τι θεωρείται σημαντικό να προβληθεί.
Παράγωγο, αλλά εξίσου σημαντικό πρόβλημα, της στενής και με το αζημίωτο σχέσης των ΜΜΕ με το κράτος και τους πολιτικούς, είναι το γεγονός ότι δεν εκσυγχρονίστηκαν στη λειτουργία τους. Τα ΜΜΕ, ενώ ήταν αναγκασμένα να εξηγούν μια όλο και πιο σύνθετη πραγματικότητα, οι δομές τους παρέμειναν στη δεκαετία του '70, δηλαδή πριν από την πλημμύρα των ραδιοτηλεοπτικών μέσων και την επανάσταση του Διαδικτύου. Απόδειξη αυτού είναι ότι ποτέ δεν ξεκίνησε μια επί της ουσίας συζήτηση για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα ΜΜΕ στο νέο τοπίο της επικοινωνίας. Αποτέλεσμα αυτού του ελλείμματος ήταν η διαρκής αναπαραγωγή των κλισέ της μεταπολίτευσης, από τη μία ο λαϊκισμός και από την άλλη η μεγαλύτερη προβολή του πολιτικού παιγνίου, αυτό δηλαδή που είναι και φθηνό στην παραγωγή. Κοστίζει σχετικά ελάχιστα να βάλεις ένα λόχο να τσακώνεται στα τηλεπαράθυρα για το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας και ακριβά να παραχθεί ένα πραγματικά ενημερωτικό πρόγραμμα για τις παθογένειες της χώρας. Το τελευταίο χρειάζεται χρήμα, πολλές εργατοώρες, εκπαιδευμένους κι επανεκπαιδευμένους ανθρώπους, που θα κατανοούν το πρόβλημα πριν επιχειρήσουν να το εξηγήσουν.
Οι τριβές και οι συμβολισμοί
Δύο είναι οι σταθερές αυτού που ευφημίζεται ως «δημόσιος διάλογος» στη χώρα. Οι συμβολισμοί και οι τριβές. Και οι δύο χρησιμοποιούνται από πολιτικούς και ΜΜΕ για τους δικούς τους σκοπούς. Τα ΜΜΕ έχουν εύπεπτη ύλη για το κοινό τους και οι πολιτικοί περνούν δι' αυτών τα μηνύματά τους. Οχι για τα προβλήματα του τόπου, αλλά για την προσωπική τους καριέρα. Ετσι, μπορεί κάποιος βουλευτής να δημιουργήσει θέμα σε άσχετο νομοσχέδιο, επειδή δεν υπουργοποιήθηκε, ή ένας υπουργός να διαφωνήσει με ένα νομοσχέδιο συναδέλφου του, για να στείλει π. χ. ένα μήνυμα για τις αρμοδιότητες.
Οι τριβές βέβαια είναι μέρος της ζωής και της πολιτικής διαδικασίας. Η δημοκρατία εφευρέθηκε γι' αυτόν τον λόγο· για να τις εξομαλύνει διά λόγου μην τυχόν υπερθερμανθεί και καεί ολόκληρο το σύστημα. Το πολιτικό σύστημα δεν είναι μονολιθικό. Αποτελείται από ανθρώπους που έχουν διαφορετικές απόψεις· αυτές συζητούνται και λογικό είναι να υπάρξουν τριβές κατά τη διαδικασία, και μετά λαμβάνεται η απόφαση, που πρέπει να την εφαρμόσουν όλοι. Ακόμη κι εκείνοι που κατετρίβησαν. Είναι άλλο, όμως, οι τριβές που αφορούν διαφορετική οπτική των ζητημάτων και άλλο οι τριβές που μόνο προορισμό έχουν τα δελτία των οκτώ. Οι τελευταίες δεν είναι μόνο ανώφελες είναι και επιβαρυντικές για τη μόνη διαδικασία που έχουμε να λύνουμε προβλήματα, δηλαδή για τον δημοκρατικό διάλογο.
Ιδιότυπο παιχνίδι
Γράφαμε και παλιότερα ότι η πολιτική ζωή κινείται πια μεταξύ συμβολισμού και γελοιότητας. Και δεν φταίνε μόνο οι δημοσιογράφοι γι' αυτό. Ολοι μετέχουν σε ένα ιδιότυπο -και ξένο για τις ανάγκες των πολιτών- παιχνίδι διαρροών και ερμηνειών. Από τις δυσφορίες των εκάστοτε πρωθυπουργών μέχρι τα τραπεζώματα των «δελφίνων», οι συμβολισμοί αντικατέστησαν την πολιτική ουσία, η οποία παλαιόθεν ήταν η επίλυση των πραγματικών προβλημάτων. Ετσι τα αυτονόητα γίνονται ειδήσεις -π. χ. οι συναντήσεις του πρωθυπουργού με τους υπουργούς του- και οι παρέες, ρεύματα.
Οι δηλώσεις ερμηνεύονται μέχρι διαστρέβλωσής των. Κάποτε, όπως εύστοχα είχε παρατηρήσει ο Μπέρτολτ Mπρεχτ, υπήρχαν εκείνοι «που έκαναν τα στοιχειά, στιχάκια». Σήμερα τα ελληνικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης «κάνουν τις στιχομυθίες, στοιχειά». Κάθε αποστροφή του λόγου των τριακοσίων συν (άντε το πολύ) διακοσίων παραγόντων της πολιτικής έχει την τιμητική του στο παιχνίδι των ερμηνειών που ακολουθεί το παιχνίδι των συμβολισμών. Ενα «και» σε κάποια αποστροφή του λόγου μπορεί να εμφανιστεί ως κυρίαρχο πρόβλημα της χώρας επί μία εβδομάδα. Θα βρεθούν οι διψασμένοι για δημοσιότητα πολιτικοί που θα αναλύσουν το «και» στα παράθυρα, οι δηλώσεις των οποίων θα εμπεριέχουν πολλά άλλα «και» τα οποία θα τροφοδοτήσουν έναν νέο κύκλο δημόσιου πολιτικού κουτσομπολιού, που ευφημίζεται ως «πολιτικός διάλογος».
Το πρόβλημα είναι ότι πολιτικοί και δημοσιογράφοι έγιναν από ένα χωριό, χωριάτες. Το κουτσομπολιό που παράγεται πέριξ της πλατείας Κολωνακίου ανάγεται σε πολιτικό ζήτημα: ποιος έφαγε με ποιον, ποιος μίλησε σε ποια, πώς κοίταξε ο ένας υπουργός τον άλλο και τι είπαν οι διαβόητοι «κύκλοι». Οπως ακριβώς γίνεται στις ρούγες των χωριών.
Διαβάστε
- Mark Mazower, «Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της κατοχής», εκδ. Αλεξάνδρεια.
- Christopher Montague Woodhouse, «Το μήλο της έριδος. Η ελληνική Αντίσταση και η πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων», εκδ. Εξάντας.
Friday, January 13, 2012
With Usura
Canto XLV
By EZRA POUND
With Usura
With usura hath no man a house of good stone
each block cut smooth and well fitting
that design might cover their face,
with usura
hath no man a painted paradise on his church wall
harpes et luz
or where virgin receiveth message
and halo projects from incision,
with usura
seeth no man Gonzaga his heirs and his concubines
no picture is made to endure nor to live with
but it is made to sell and sell quickly
with usura, sin against nature,
is thy bread ever more of stale rags
is thy bread dry as paper,
with no mountain wheat, no strong flour
with usura the line grows thick
with usura is no clear demarcation
and no man can find site for his dwelling.
Stonecutter is kept from his tone
weaver is kept from his loom
WITH USURA
wool comes not to market
sheep bringeth no gain with usura
Usura is a murrain, usura
blunteth the needle in the maid’s hand
and stoppeth the spinner’s cunning. Pietro Lombardo
came not by usura
Duccio came not by usura
nor Pier della Francesca; Zuan Bellin’ not by usura
nor was ‘La Calunnia’ painted.
Came not by usura Angelico; came not Ambrogio Praedis,
Came no church of cut stone signed: Adamo me fecit.
Not by usura St. Trophime
Not by usura Saint Hilaire,
Usura rusteth the chisel
It rusteth the craft and the craftsman
It gnaweth the thread in the loom
None learneth to weave gold in her pattern;
Azure hath a canker by usura; cramoisi is unbroidered
Emerald findeth no Memling
Usura slayeth the child in the womb
It stayeth the young man’s courting
It hath brought palsey to bed, lyeth
between the young bride and her bridegroom
CONTRA NATURAM
They have brought whores for Eleusis
Corpses are set to banquet
at behest of usura.
N.B. Usury: A charge for the use of purchasing power, levied without regard to production; often without regard to the possibilities of production. (Hence the failure of the Medici bank.)
see more
By EZRA POUND
With Usura
With usura hath no man a house of good stone
each block cut smooth and well fitting
that design might cover their face,
with usura
hath no man a painted paradise on his church wall
harpes et luz
or where virgin receiveth message
and halo projects from incision,
with usura
seeth no man Gonzaga his heirs and his concubines
no picture is made to endure nor to live with
but it is made to sell and sell quickly
with usura, sin against nature,
is thy bread ever more of stale rags
is thy bread dry as paper,
with no mountain wheat, no strong flour
with usura the line grows thick
with usura is no clear demarcation
and no man can find site for his dwelling.
Stonecutter is kept from his tone
weaver is kept from his loom
WITH USURA
wool comes not to market
sheep bringeth no gain with usura
Usura is a murrain, usura
blunteth the needle in the maid’s hand
and stoppeth the spinner’s cunning. Pietro Lombardo
came not by usura
Duccio came not by usura
nor Pier della Francesca; Zuan Bellin’ not by usura
nor was ‘La Calunnia’ painted.
Came not by usura Angelico; came not Ambrogio Praedis,
Came no church of cut stone signed: Adamo me fecit.
Not by usura St. Trophime
Not by usura Saint Hilaire,
Usura rusteth the chisel
It rusteth the craft and the craftsman
It gnaweth the thread in the loom
None learneth to weave gold in her pattern;
Azure hath a canker by usura; cramoisi is unbroidered
Emerald findeth no Memling
Usura slayeth the child in the womb
It stayeth the young man’s courting
It hath brought palsey to bed, lyeth
between the young bride and her bridegroom
CONTRA NATURAM
They have brought whores for Eleusis
Corpses are set to banquet
at behest of usura.
N.B. Usury: A charge for the use of purchasing power, levied without regard to production; often without regard to the possibilities of production. (Hence the failure of the Medici bank.)
see more
Sunday, December 4, 2011
R.I.P. Brazilian football legend Socrates dies
from football.co.uk
Former Brazil captain Socrates died Sunday aged 57 from an intestinal infection, a spokesperson for the Albert Einstein Hospital announced.
Socrates -- who in 1982 captained what is widely regarded as the best Brazil side never to have won the World Cup -- was taken to the hospital late Friday after suffering food poisoning.
The hospital said he had gone into septic shock and placed him on a ventilator and a dialysis machine but he was officially announced dead at 0630GMT.
He had already been hospitalised twice in August and September this year with bleeding in his digestive tract, and recognised after these incidents that he had problems with alcohol, especially during his playing days.
A report in the newspaper Folha de Sao Paulo claimed that Socrates would be buried later on Sunday in a private ceremony in the town of Ribeirao Preto, 300 kilometres outside Sao Paulo, where he began his playing career in 1974 for Botafogo.
The Brazilian Football Federation (CBF) also announced that there would be a minute's silence before all Sunday's matches in honour of 'one of the most brilliant players in the history of the Brazilian national side.'
Simon Clifford, who was responsible for in 2004 persuading Socrates to play a game for the English Yorkshire-based non league football side he owns Garforth Town, also paid his own tribute.
"Another sad weekend for football with the passing of our friend Socrates, wonderful player & principled man who stood by his values, RIP," tweeted Clifford.
In a recent television interview, Socrates said he had considered alcohol his "companion," adding that its regular use did not affect his performance on the soccer field.
"Alcohol did not affect my career, in part because I never had the physical build to play this game," he recalled.
"Soccer became my profession only when I was already 24," he said. "I was too thin, and when I was young, I did not have the opportunity to prepare myself physically for the sport."
Socrates also played in the 1986 World Cup but was not fully fit and is mainly remembered for missing a penalty in the quarter-final defeat by France.
At club level he played for Brazilian giants Corinthians (1978-84) and had an unhappy sojourn in Italy with Fiorentina (1984-85).
While at Corinthians he was one of the founders of a movement known as Corinthian Democracy, which formed in the 1980s.
Under its principles, all decisions made by football clubs, including the contracting of new players and training schedules, had to be approved by a vote of all members.
Former Brazil captain Socrates died Sunday aged 57 from an intestinal infection, a spokesperson for the Albert Einstein Hospital announced.Socrates -- who in 1982 captained what is widely regarded as the best Brazil side never to have won the World Cup -- was taken to the hospital late Friday after suffering food poisoning.
The hospital said he had gone into septic shock and placed him on a ventilator and a dialysis machine but he was officially announced dead at 0630GMT.
He had already been hospitalised twice in August and September this year with bleeding in his digestive tract, and recognised after these incidents that he had problems with alcohol, especially during his playing days.
A report in the newspaper Folha de Sao Paulo claimed that Socrates would be buried later on Sunday in a private ceremony in the town of Ribeirao Preto, 300 kilometres outside Sao Paulo, where he began his playing career in 1974 for Botafogo.
The Brazilian Football Federation (CBF) also announced that there would be a minute's silence before all Sunday's matches in honour of 'one of the most brilliant players in the history of the Brazilian national side.'
Simon Clifford, who was responsible for in 2004 persuading Socrates to play a game for the English Yorkshire-based non league football side he owns Garforth Town, also paid his own tribute.
"Another sad weekend for football with the passing of our friend Socrates, wonderful player & principled man who stood by his values, RIP," tweeted Clifford.
In a recent television interview, Socrates said he had considered alcohol his "companion," adding that its regular use did not affect his performance on the soccer field.
"Alcohol did not affect my career, in part because I never had the physical build to play this game," he recalled.
"Soccer became my profession only when I was already 24," he said. "I was too thin, and when I was young, I did not have the opportunity to prepare myself physically for the sport."
Socrates also played in the 1986 World Cup but was not fully fit and is mainly remembered for missing a penalty in the quarter-final defeat by France.
At club level he played for Brazilian giants Corinthians (1978-84) and had an unhappy sojourn in Italy with Fiorentina (1984-85).
While at Corinthians he was one of the founders of a movement known as Corinthian Democracy, which formed in the 1980s.
Under its principles, all decisions made by football clubs, including the contracting of new players and training schedules, had to be approved by a vote of all members.
Tuesday, November 29, 2011
Stalin’s Daughter, Died
article from New York Times
Her three successive names were signposts on a twisted, bewildering road that took her from Stalin’s Kremlin, where she was the “little princess,” to the West in a celebrated defection, then back to the Soviet Union in a puzzling homecoming, and finally to decades of obscurity, wandering and poverty.
At her birth, on Feb. 28, 1926, she was named Svetlana Stalina, the only daughter and last surviving child of the brutal Soviet tyrant Josef Stalin. After he died in 1953, she took her mother’s last name, Alliluyeva. In 1970, after her defection and an American marriage, she became and remained Lana Peters.
Ms. Peters died of colon cancer on Nov. 22 in Richland County, Wis., the county’s corporation counsel, Benjamin Southwick, said on Monday. She was 85.
Her death, like the last years of her life, occurred away from public view. There were hints of it online and in Richland Center, the Wisconsin town in which she lived, though a local funeral home said to be handling the burial would not confirm the death. A county official in Wisconsin thought she might have died several months ago. Phone calls seeking information from a surviving daughter, Olga Peters, who now goes by the name Chrese Evans, were rebuffed, as were efforts to speak to her in person in Portland, Ore., where she lives and works.
Ms. Peters’s initial prominence came only from being Stalin’s daughter, a distinction that fed public curiosity about her life across three continents and many decades. She said she hated her past and felt like a slave to extraordinary circumstances. Yet she drew on that past, and the infamous Stalin name, in writing two best-selling autobiographies.
Long after fleeing her homeland, she seemed to be still searching for something — sampling religions, from Hinduism to Christian Science, falling in love and constantly moving. Her defection took her from India, through Europe, to the United States. After moving back to Moscow in 1984, and from there to Soviet Georgia, friends told of her going again to America, then to England, then to France, then back to America, then to England again, and on and on. All the while she faded from the public eye.
Ms. Peters was said to have lived in a cabin with no electricity in northern Wisconsin; another time, in a Roman Catholic convent in Switzerland. In 1992, she was reported to be living in a shabby part of West London in a home for elderly people with emotional problems.
“You can’t regret your fate,” Ms. Peters once said, “although I do regret my mother didn’t marry a carpenter.”
‘Little Sparrow’
Her life was worthy of a Russian novel. It began with a loving relationship with Stalin, who had taken the name, meaning “man of steel,” as a young man. (He was born Ioseb Besarionis dze Jughashvili.) Millions died under his brutally repressive rule, but at home he called his daughter “little sparrow,” cuddled and kissed her, showered her with presents, and entertained her with American movies.
She became a celebrity in her country, compared to Shirley Temple in the United States. Thousands of babies were named Svetlana. So was a perfume.
At 18, she was setting the table in a Kremlin dining room when Churchill happened upon her. They had a spirited conversation.
But all was not perfect even then. The darkest moment of her childhood came when her mother, Nadezhda Alliluyeva, Stalin’s second wife, committed suicide in 1932. Svetlana, who was 6, was told that her mother had died of appendicitis. She did not learn the truth for a decade.
In her teenage years, her father was consumed by the war with Germany and grew distant and sometimes abusive. One of her brothers, Yakov, was captured by the Nazis, who offered to exchange him for a German general. Stalin refused, and Yakov was killed.
In her memoirs she told of how Stalin had sent her first love, a Jewish filmmaker, to Siberia for 10 years. She wanted to study literature at Moscow University, but Stalin demanded that she study history. She did. After graduation, again following her father’s wishes, she became a teacher, teaching Soviet literature and the English language. She then worked as a literary translator.
A year after her father broke up her first romance, she told him she wanted to marry another Jewish man, Grigory Morozov, a fellow student. Stalin slapped her and refused to meet him. This time, however, she had her way. She married Mr. Morozov in 1945. They had one child, Iosif, before divorcing in 1947.
Her second marriage, in 1949, was more to Stalin’s liking. The groom, Yuri Zhdanov, was the son of Stalin’s right-hand man, Andrei Zhdanov. The couple had a daughter, Yekaterina, the next year. But they, too, divorced soon afterward.
Her world grew darker in her father’s last years. Nikita S. Khrushchev, Stalin’s successor as Soviet leader, wrote in his memoirs about the New Year’s party in 1952 when Stalin grabbed Svetlana by the hair and forced her to dance.
Defection
After Stalin died in 1953, his legacy was challenged, and the new leaders were eager to put his more egregious policies behind them. Svetlana lost many of her privileges. In the 1960s, when she fell in love with Brijesh Singh, an Indian Communist who was visiting Moscow, Soviet officials refused to let her marry him. After he became ill and died, they only reluctantly gave her permission, in early 1967, to take his ashes home to India.
Once in India, Ms. Alliluyeva, as she was known now, evaded Soviet agents in the K.G.B. and showed up at the United States Embassy in New Delhi seeking political asylum. The world watched in amazement as Stalin’s daughter, granted protection, became the most high-profile Soviet exile since the ballet virtuoso Rudolf Nureyev defected in 1961. The United States quickly dispatched a C.I.A. officer to help her travel through Italy to neutral Switzerland, but American officials worried that accepting her into the United States could damage its improving relations with Moscow. Finally, President Lyndon B. Johnson, on humanitarian grounds, agreed to admit her but asked that there be as little fanfare as possible.
Unknown to Washington at the time, the K.G.B. was discussing plans to assassinate Ms. Alliluyeva, according to former agency officials who were quoted by The Washington Times in 1992. But, they said, the K.G.B. backed off for fear an assassination would be traced back to it too easily.
Her arrival in New York, in April 1967, was more triumphant than low-key. Reporters and photographers were waiting at the airport, and she held a news conference in which she denounced the Soviet regime. Her autobiography, “Twenty Letters to a Friend,” was published later that year, bringing her more than $2.5 million. In 1969 she recounted her journey from the Soviet Union in a second memoir, “Only One Year.”
Settling in Princeton, N.J., Ms. Alliluyeva made a public show of burning her Soviet passport, saying she would never return to the Soviet Union. She denounced her father as “a moral and spiritual monster,” called the Soviet system “profoundly corrupt” and likened the K.G.B. to the Gestapo.
Writing in Esquire magazine, Garry Wills and Ovid Demaris — under the headline “How the Daughter of Stalin Denounced Communism and Embraced God, America and Apple Pie” — said the Svetlana Alliluyeva saga added up to “the Reader’s Digest ultimate story.”
As the Kremlin feared, Ms. Alliluyeva became a weapon in the cold war. In 1968, she denounced the trial of four Soviet dissidents as “a mockery of justice.” On Voice of America radio, Soviet citizens heard her declare that life in the United States was “free, gay and full of bright colors.”
Another Marriage
In interviews, however, she acknowledged loneliness. She missed her son, Iosif, who was 22 when she left Russia, and her daughter, Yekaterina, who was then 17. But she seemed to find new vibrancy in 1970, when she married William Wesley Peters. Mr. Peters had been chief apprentice to the architect Frank Lloyd Wright and, for a time, the husband of Wright’s adopted daughter.
Wright’s widow, Olgivanna Wright, encouraged the Peters-Alliluyeva marriage, even though the adopted daughter was Mrs. Wright’s biological daughter from a previous marriage. That daughter was also named Svetlana, and Mrs. Wright saw mystical meaning in the match.
The couple lived with Mrs. Wright and others at Taliesin West, the architect’s famous desert compound in Scottsdale, Ariz. There, Ms. Peters began chafing at the strict communal lifestyle enforced by Mrs. Wright, finding her as authoritarian as her father. Mr. Peters, meanwhile, objected to his wife’s buying a house in a nearby resort area, declaring he didn’t want “a two-bit suburban life.”
Within two years, they separated. Ms. Peters was granted custody of their 8-month-old daughter, Olga. They divorced in 1973.
Information about the next few years is sketchier. Ms. Peters became a United States citizen in 1978 and later told The Trenton Times that she had registered as a Republican and donated $500 to the conservative magazine National Review, saying it was her favorite publication.
She and Olga moved to California, living there in several places before uprooting themselves again in 1982, this time for England so that Olga could enroll in an English boarding school. She also began to speak more favorably of her father, Time magazine reported, and perhaps felt she had betrayed him. “My father would have shot me for what I have done,” she said in 1983.
Seeking Reconciliation
At the same time, Stalin was being partly rehabilitated in the Soviet Union, and Soviet officials, after blocking Ms. Peters’s attempts to communicate with her children in Russia, relaxed their grip. Iosif, then 38 and practicing as a physician, began calling regularly. He said he would try to come to England to see her.
“For this desperate woman, seeing Iosif appeared to herald a new beginning,” Time said.
Abruptly, however, Iosif was refused permission to travel. So in November 1984, Ms. Peters and 13-year-old Olga — who was distraught because she had not been consulted about the move — went to Moscow and asked to be taken back. Lana Peters now denounced the West. She had not known “one single day” of freedom in the West, she told reporters. She was quoted as saying that she had been a pet of the C.I.A. Any conservative views she had expressed in the United States, if they still existed, went unexpressed. When an ABC correspondent in Moscow tried to question her a few days later, she exploded in anger, exclaiming: “You are savages! You are uncivilized people! Goodbye to you all.”
Ms. Peters and Olga were given Soviet citizenship, but soon their lives worsened. The son and daughter who lived in Russia began shunning her and Olga. Defying the official atheism of the state, Olga insisted on wearing a crucifix. They moved to Tbilisi, Georgia, but it was no better than Moscow.
In April 1986, they returned to the United States, with no opposition by the Soviet authorities. Settling at first in Wisconsin, Ms. Peters disavowed the anti-Western things she had said upon her arrival in Moscow, saying she had been mistranslated, particularly the statement about being a pet of the C.I.A. Olga returned to school in England.
Quiet Years
Ms. Peters said she was now impoverished. She had given much of her book profits to charity, she said, and was saddled with debt and failed investments. An odd, formless odyssey began. Friends said she appeared unable to live anywhere for more than two years.
Mr. Peters died in 1991. Ms. Peters’s son, Iosif, died in November 2008.
Besides her daughter Olga, now Ms. Evans, Ms. Peters is survived by her daughter Yekaterina Zhdanov, a scientist who goes by Katya and is living on the Kamchatka Peninsula in Eastern Siberia studying a volcano, according to The Associated Press. Reached later on Monday by e-mail, Ms. Evans told The A.P. that her mother had died in a nursing home in Richland Center, where she had lived for three years. “Please respect my privacy during this sad time,” the wire agency quoted her as saying.
Ms. Peters was said to enjoy sewing and reading, mainly nonfiction, choosing not to own a television set. In an interview with The Wisconsin State Journal in 2010, she was asked if her father had loved her. She thought he did, she said, because she had red hair and freckles, like his mother.
But she could not forgive his cruelty to her. “He broke my life,” she said. “I want to explain to you. He broke my life.”
And he left a shadow from which she could never emerge. “Wherever I go,” she said, “here, or Switzerland, or India, or wherever. Australia. Some island. I will always be a political prisoner of my father’s name.”
Her three successive names were signposts on a twisted, bewildering road that took her from Stalin’s Kremlin, where she was the “little princess,” to the West in a celebrated defection, then back to the Soviet Union in a puzzling homecoming, and finally to decades of obscurity, wandering and poverty.
At her birth, on Feb. 28, 1926, she was named Svetlana Stalina, the only daughter and last surviving child of the brutal Soviet tyrant Josef Stalin. After he died in 1953, she took her mother’s last name, Alliluyeva. In 1970, after her defection and an American marriage, she became and remained Lana Peters.
Ms. Peters died of colon cancer on Nov. 22 in Richland County, Wis., the county’s corporation counsel, Benjamin Southwick, said on Monday. She was 85.
Her death, like the last years of her life, occurred away from public view. There were hints of it online and in Richland Center, the Wisconsin town in which she lived, though a local funeral home said to be handling the burial would not confirm the death. A county official in Wisconsin thought she might have died several months ago. Phone calls seeking information from a surviving daughter, Olga Peters, who now goes by the name Chrese Evans, were rebuffed, as were efforts to speak to her in person in Portland, Ore., where she lives and works.
Ms. Peters’s initial prominence came only from being Stalin’s daughter, a distinction that fed public curiosity about her life across three continents and many decades. She said she hated her past and felt like a slave to extraordinary circumstances. Yet she drew on that past, and the infamous Stalin name, in writing two best-selling autobiographies.
Long after fleeing her homeland, she seemed to be still searching for something — sampling religions, from Hinduism to Christian Science, falling in love and constantly moving. Her defection took her from India, through Europe, to the United States. After moving back to Moscow in 1984, and from there to Soviet Georgia, friends told of her going again to America, then to England, then to France, then back to America, then to England again, and on and on. All the while she faded from the public eye.
Ms. Peters was said to have lived in a cabin with no electricity in northern Wisconsin; another time, in a Roman Catholic convent in Switzerland. In 1992, she was reported to be living in a shabby part of West London in a home for elderly people with emotional problems.
“You can’t regret your fate,” Ms. Peters once said, “although I do regret my mother didn’t marry a carpenter.”
‘Little Sparrow’
Her life was worthy of a Russian novel. It began with a loving relationship with Stalin, who had taken the name, meaning “man of steel,” as a young man. (He was born Ioseb Besarionis dze Jughashvili.) Millions died under his brutally repressive rule, but at home he called his daughter “little sparrow,” cuddled and kissed her, showered her with presents, and entertained her with American movies.
She became a celebrity in her country, compared to Shirley Temple in the United States. Thousands of babies were named Svetlana. So was a perfume.
At 18, she was setting the table in a Kremlin dining room when Churchill happened upon her. They had a spirited conversation.
But all was not perfect even then. The darkest moment of her childhood came when her mother, Nadezhda Alliluyeva, Stalin’s second wife, committed suicide in 1932. Svetlana, who was 6, was told that her mother had died of appendicitis. She did not learn the truth for a decade.
In her teenage years, her father was consumed by the war with Germany and grew distant and sometimes abusive. One of her brothers, Yakov, was captured by the Nazis, who offered to exchange him for a German general. Stalin refused, and Yakov was killed.
In her memoirs she told of how Stalin had sent her first love, a Jewish filmmaker, to Siberia for 10 years. She wanted to study literature at Moscow University, but Stalin demanded that she study history. She did. After graduation, again following her father’s wishes, she became a teacher, teaching Soviet literature and the English language. She then worked as a literary translator.
A year after her father broke up her first romance, she told him she wanted to marry another Jewish man, Grigory Morozov, a fellow student. Stalin slapped her and refused to meet him. This time, however, she had her way. She married Mr. Morozov in 1945. They had one child, Iosif, before divorcing in 1947.
Her second marriage, in 1949, was more to Stalin’s liking. The groom, Yuri Zhdanov, was the son of Stalin’s right-hand man, Andrei Zhdanov. The couple had a daughter, Yekaterina, the next year. But they, too, divorced soon afterward.
Her world grew darker in her father’s last years. Nikita S. Khrushchev, Stalin’s successor as Soviet leader, wrote in his memoirs about the New Year’s party in 1952 when Stalin grabbed Svetlana by the hair and forced her to dance.
Defection
After Stalin died in 1953, his legacy was challenged, and the new leaders were eager to put his more egregious policies behind them. Svetlana lost many of her privileges. In the 1960s, when she fell in love with Brijesh Singh, an Indian Communist who was visiting Moscow, Soviet officials refused to let her marry him. After he became ill and died, they only reluctantly gave her permission, in early 1967, to take his ashes home to India.
Once in India, Ms. Alliluyeva, as she was known now, evaded Soviet agents in the K.G.B. and showed up at the United States Embassy in New Delhi seeking political asylum. The world watched in amazement as Stalin’s daughter, granted protection, became the most high-profile Soviet exile since the ballet virtuoso Rudolf Nureyev defected in 1961. The United States quickly dispatched a C.I.A. officer to help her travel through Italy to neutral Switzerland, but American officials worried that accepting her into the United States could damage its improving relations with Moscow. Finally, President Lyndon B. Johnson, on humanitarian grounds, agreed to admit her but asked that there be as little fanfare as possible.
Unknown to Washington at the time, the K.G.B. was discussing plans to assassinate Ms. Alliluyeva, according to former agency officials who were quoted by The Washington Times in 1992. But, they said, the K.G.B. backed off for fear an assassination would be traced back to it too easily.
Her arrival in New York, in April 1967, was more triumphant than low-key. Reporters and photographers were waiting at the airport, and she held a news conference in which she denounced the Soviet regime. Her autobiography, “Twenty Letters to a Friend,” was published later that year, bringing her more than $2.5 million. In 1969 she recounted her journey from the Soviet Union in a second memoir, “Only One Year.”
Settling in Princeton, N.J., Ms. Alliluyeva made a public show of burning her Soviet passport, saying she would never return to the Soviet Union. She denounced her father as “a moral and spiritual monster,” called the Soviet system “profoundly corrupt” and likened the K.G.B. to the Gestapo.
Writing in Esquire magazine, Garry Wills and Ovid Demaris — under the headline “How the Daughter of Stalin Denounced Communism and Embraced God, America and Apple Pie” — said the Svetlana Alliluyeva saga added up to “the Reader’s Digest ultimate story.”
As the Kremlin feared, Ms. Alliluyeva became a weapon in the cold war. In 1968, she denounced the trial of four Soviet dissidents as “a mockery of justice.” On Voice of America radio, Soviet citizens heard her declare that life in the United States was “free, gay and full of bright colors.”
Another Marriage
In interviews, however, she acknowledged loneliness. She missed her son, Iosif, who was 22 when she left Russia, and her daughter, Yekaterina, who was then 17. But she seemed to find new vibrancy in 1970, when she married William Wesley Peters. Mr. Peters had been chief apprentice to the architect Frank Lloyd Wright and, for a time, the husband of Wright’s adopted daughter.
Wright’s widow, Olgivanna Wright, encouraged the Peters-Alliluyeva marriage, even though the adopted daughter was Mrs. Wright’s biological daughter from a previous marriage. That daughter was also named Svetlana, and Mrs. Wright saw mystical meaning in the match.
The couple lived with Mrs. Wright and others at Taliesin West, the architect’s famous desert compound in Scottsdale, Ariz. There, Ms. Peters began chafing at the strict communal lifestyle enforced by Mrs. Wright, finding her as authoritarian as her father. Mr. Peters, meanwhile, objected to his wife’s buying a house in a nearby resort area, declaring he didn’t want “a two-bit suburban life.”
Within two years, they separated. Ms. Peters was granted custody of their 8-month-old daughter, Olga. They divorced in 1973.
Information about the next few years is sketchier. Ms. Peters became a United States citizen in 1978 and later told The Trenton Times that she had registered as a Republican and donated $500 to the conservative magazine National Review, saying it was her favorite publication.
She and Olga moved to California, living there in several places before uprooting themselves again in 1982, this time for England so that Olga could enroll in an English boarding school. She also began to speak more favorably of her father, Time magazine reported, and perhaps felt she had betrayed him. “My father would have shot me for what I have done,” she said in 1983.
Seeking Reconciliation
At the same time, Stalin was being partly rehabilitated in the Soviet Union, and Soviet officials, after blocking Ms. Peters’s attempts to communicate with her children in Russia, relaxed their grip. Iosif, then 38 and practicing as a physician, began calling regularly. He said he would try to come to England to see her.
“For this desperate woman, seeing Iosif appeared to herald a new beginning,” Time said.
Abruptly, however, Iosif was refused permission to travel. So in November 1984, Ms. Peters and 13-year-old Olga — who was distraught because she had not been consulted about the move — went to Moscow and asked to be taken back. Lana Peters now denounced the West. She had not known “one single day” of freedom in the West, she told reporters. She was quoted as saying that she had been a pet of the C.I.A. Any conservative views she had expressed in the United States, if they still existed, went unexpressed. When an ABC correspondent in Moscow tried to question her a few days later, she exploded in anger, exclaiming: “You are savages! You are uncivilized people! Goodbye to you all.”
Ms. Peters and Olga were given Soviet citizenship, but soon their lives worsened. The son and daughter who lived in Russia began shunning her and Olga. Defying the official atheism of the state, Olga insisted on wearing a crucifix. They moved to Tbilisi, Georgia, but it was no better than Moscow.
In April 1986, they returned to the United States, with no opposition by the Soviet authorities. Settling at first in Wisconsin, Ms. Peters disavowed the anti-Western things she had said upon her arrival in Moscow, saying she had been mistranslated, particularly the statement about being a pet of the C.I.A. Olga returned to school in England.
Quiet Years
Ms. Peters said she was now impoverished. She had given much of her book profits to charity, she said, and was saddled with debt and failed investments. An odd, formless odyssey began. Friends said she appeared unable to live anywhere for more than two years.
Mr. Peters died in 1991. Ms. Peters’s son, Iosif, died in November 2008.
Besides her daughter Olga, now Ms. Evans, Ms. Peters is survived by her daughter Yekaterina Zhdanov, a scientist who goes by Katya and is living on the Kamchatka Peninsula in Eastern Siberia studying a volcano, according to The Associated Press. Reached later on Monday by e-mail, Ms. Evans told The A.P. that her mother had died in a nursing home in Richland Center, where she had lived for three years. “Please respect my privacy during this sad time,” the wire agency quoted her as saying.
Ms. Peters was said to enjoy sewing and reading, mainly nonfiction, choosing not to own a television set. In an interview with The Wisconsin State Journal in 2010, she was asked if her father had loved her. She thought he did, she said, because she had red hair and freckles, like his mother.
But she could not forgive his cruelty to her. “He broke my life,” she said. “I want to explain to you. He broke my life.”
And he left a shadow from which she could never emerge. “Wherever I go,” she said, “here, or Switzerland, or India, or wherever. Australia. Some island. I will always be a political prisoner of my father’s name.”
Monday, November 7, 2011
ΧΑΟΣ
Απο την συνέντευξη του Νικολά Ντεμοράν διευθυντή της "Liberation" στο "Βήμα της Κυριακής" Κυριακή 6/11/2011
Από όλα τα πρωτοσέλιδα των εφηµερίδων όλου του κόσµου που σχολίασαν την (ανακληθείσα εν τέλει) απόφαση του έλληνα πρωθυπουργού για δηµοψήφισµα, εκείνο που συζητήθηκε περισσότερο ήταν της γαλλικής «Liberation». ∆ικαίως, αφού ήταν και το πιο εντυπωσιακό: «ΧΑΟΣ». Στα ελληνικά, µε φόντο το γαλάζιο της ελληνικής σηµαίας.
«Το Βήµα της Κυριακής» συνοµίλησε µε τον διευθυντή της εφηµερίδας, τον 40χρονο Νικολά Ντεµοράν, µε αφορµή τη συγκεκριµένη επιλογή. Ο κ. Ντεµοράν, αντίθετα από τις εντυπώσεις που προκάλεσε το πρωτοσέλιδο, παίρνει σαφή θέση υπέρ της απόφασης του κ. Παπανδρέου για δηµοψήφισµα, επικρίνει τον τρόπο µε τον οποίο τη χειρίστηκε και συµµερίζεται τις αντιδράσεις του ελληνικού λαού στην πολιτική λιτότητας.
Ο κ. Ντεµοράν εξηγείται και εξηγεί τι σηµαίνει για την Ευρώπη η κατάσταση στην οποία βρίσκεται η χώρα µας τα τελευταία δύο χρόνια.
Νικολά Ντεμοράν, το πρωτοσέλιδο της «Liberation» την περασμένη Τετάρτη, με τη λέξη «ΧΑΟΣ» γραμμένη στα ελληνικά, δημιούργησε μεγάλη αίσθηση στην Ελλάδα. Πώς καταλήξατε στην ιδέα αυτή; «Κατ’ αρχάς µάς απασχόλησε όλους η ξαφνική ανακοίνωση του έλληνα πρωθυπουργού ότι επρόκειτο να κάνει δηµοψήφισµα. Θεωρήσαµε ότι η κίνηση αυτή θα άνοιγε ένα νέο κεφάλαιο στη σηµερινή κρίση, ένα κεφάλαιο που κανένας δεν είχε προβλέψει. Επειδή λοιπόν είχαµε αφιερώσει πάρα πολλά εξώφυλλα στην Ελλάδα τον τελευταίο καιρό, αναζητούσαµε έναν ιδιαίτερα δυνατό τρόπο για να δηλώσουµε ότι µπαίναµε πια σε ένα καινούργιο και εξαιρετικά άγριο στάδιο της κρίσης. Η ιδέα ήταν να κάνουµε ένα µονοθεµατικό πρωτοσέλιδο, εξαιρετικά δυνατό γραφιστικά, το οποίο θα αποτυπωνόταν στο µυαλό όλων αυτών που θα το έβλεπαν στα περίπτερα. Ετσι ο καλλιτεχνικός διευθυντής της εφηµερίδας πρότεινε τη λέξη “ΧΑΟΣ” γραµµένη στα ελληνικά, µε φόντο το γαλάζιο της ελληνικής σηµαίας.
Οι αναγνώστες ανταποκρίθηκαν πολύ θετικά και η εφηµερίδα πούλησε πολύ περισσότερα φύλλα».
Χρειάστηκε τόλμη για να κάνετε ένα πρωτοσέλιδο με τίτλο που κανένας Γάλλος δεν θα καταλάβαινε; «Οι συντάκτες της εφηµερίδας όντως εξέφρασαν κάποιες ανησυχίες πάνω στο θέµα αυτό. Εγώ o ίδιος, όταν είδα το πρωτοσέλιδο, δεν κατάφερα να αποκρυπτογραφήσω την ελληνική λέξη. Το κοίταξα όµως προσεκτικά και είδα ότι υπήρχε ένας αστερίσκος που παρέπεµπε στη γαλλική µετάφρασή της. Σκέφθηκα λοιπόν ότι η δική µου αντίδραση µπροστά σε αυτό το πολύ δυνατό και µυστηριώδες πρωτοσέλιδο θα ήταν και η αντίδραση όλων αυ τών που θα το έβλεπαν. Αρχικά είχαµε σκεφθεί διάφορες γαλλικές λέξεις µε φανερά ελληνική ετυµολογία, όπως η λέξη “δράµα”, αλλά δεν µας άρεσαν. Τελικά την προσοχή όλων τράβηξε η πρωτοτυπία του εξωφύλλου, καθώς και το editorial που έγραψα, στο οποίο έλεγα ότι ήταν εντελώς παράλογο να επικρίνουµε έναν κυβερνήτη που αποφάσισε να συµβουλευθεί άµεσα τον λαό του, έναν κυβερνήτη που θέτει δηµοκρατικά στους πολίτες της χώρας του το ερώτηµα: “Ποια είναι η γνώµη σας γι’ αυτό που πρόκειται να υποστείτε;”».
Καταλαβαίνετε εκείνους τους συναδέλφους σας που δεν είχαν την ίδια γνώμη με εσάς;
«Πρέπει να σας πω ότι ήµουν ο µόνος που εξέφρασε τη συγκεκριµένη άποψη· ενάντια στην άποψη όλων των άλλων µέσων, των εφηµερίδων, των τηλεοπτικών καναλιών και των δικτυακών τόπων που έσπευσαν να κάνουν δηµοσκοπήσεις ρωτώντας “αν η Ελλάδα πρέπει να φύγει από το ευρώ και την Ευρώπη”. Πιστεύω ότι πρέπει κάποια στιγµή να προσγειωθούµε και να δούµε πώς θα αντιµετωπίσουµε την παρούσα κρίση, θέτοντας το ζήτηµα της σηµασίας των δηµοκρατικών διαδικασιών. Εµείς στη “Liberation” ερµηνεύσαµε την ως τώρα στάση του ελληνικού λαού ως αντίδραση στη διακυβέρνηση της χώρας από τους τεχνοκράτες της Ευρώπης και του ∆ΝΤ. Γιατί κάποια στιγµή πρέπει επιτέλους να µπορεί να αποφασίζει ο ίδιος ο λαός για την τύχη του».
Στο editorial της Παρασκευής, αναφερόμενος στην επιθετική στάση των ευρωπαίων ηγετών προς τον έλληνα πρωθυπουργό, μιλάτε για «προτεκτοράτο» και «όνειδος». Τι εννοείτε;
«Κοιτάξτε. Η πρόταση του Παπανδρέου σαφώς έπεσε σε κακή στιγµή, µε κακό τρόπο και µε συνέπειες δυνητικά εκρηκτικές για όλους. Το να θέλει όµως κανείς να απευθυνθεί στον λαό δεν πρέπει να θεωρείται πολιτικό λάθος. Σήµερα όλα τα ΜΜΕ καταφέρονται εναντίον των Ελλήνων και λένε ότι δεν έχουν δικαίωµα να διεκδικούν οτιδήποτε, αφού είναι οι ίδιοι υπαίτιοι για την κατάστασή τους. Η Ευρωπαϊκη Ενωση όµως είναι ένα πολιτικό οικοδόµηµα που στόχο έχει να ξεπεράσει τέτοιου είδους προσεγγίσεις.
Στη θέση της Ελλάδας αύριο µπορεί να είναι η Ιταλία και µεθαύριο η Γαλλία. Πρέπει κάποια στιγµή να βάλουµε τον εαυτό µας στη θέση των Ελλήνων και να σκεφθούµε: “Εµείς ως Γάλλοι θέλουµε 15 στελέχη του ∆ΝΤ και της Ευρώπης να µας λένε ποιο σχολείο και ποιο νοσοκοµείο θα κλείσει, χωρίς να δέχονται αντίρρηση;”».
Πρόκειται δηλαδή για μάθημα αγωγής του ευρωπαίου πολίτη;
«Βεβαίως! Πρέπει να καταφέρουµε κάποια στιγµή να στεκόµαστε στο πλευρό των Ελλήνων και να λέµε:
“Είµαστε πολίτες της Ευρωπαϊκής Ενωσης και βλέπουµε στην τηλεόραση να µεταχειρίζονται έναν από τους πρωθυπουργούς της Ευρώπης µε τρόπο απαράδεκτο και υβριστικό”. Πρόκειται για προσβλητικές σκηνές απίστευτης σκληρότητας. Αν είµαστε σωστοί Ευρωπαίοι, οφείλουµε να αντιδράσουµε. Και έπειτα ακούµε τους ηγέτες στο G20 να λένε τάχα ότι δεν µπλέκονται στη διακυβέρνηση των χωρών-µελών! Ξέρουµε πολύ καλά ότι υπάρχουν χώρες διαφορετικών ταχυτήτων στην ΕΕ, ότι κάποιες χώρες είναι πιο ισχυρές από κάποιες άλλες.
Καταργήσαµε όµως τα σύνορά µας, έχουµε ένα κοινό νόµισµα, ένα κοινό πεπρωµένο. Ολα αυτά είναι εργαλεία που µας επιτρέπουν να ξεπερά σουµε τις διαφορές ισχύος των χωρών-µελών της Ευρώπης. ∆υστυχώς βλέπουµε ότι αυτά τα εργαλεία αρχίζουν να γίνονται πιο εύθραυστα. Σαφώς ο Παπανδρέου θα έπρεπε να είχε ενηµερώσει εγκαίρως τους υπουργούς του και τους ευρωπαίους εταίρους. Ο αυτοσχεδιαστικός χαρακτήρας της κίνησής του εξέπληξε τους πάντες και προκάλεσε µεγάλη ανησυχία σε πολλούς τοµείς. Καταλαβαίνω λοιπόν την αντίδραση έκπληξης και οργής των ευρωπαίων οµολόγων του. Αλλά η διπλωµατία έχει εφευρεθεί για να αποφεύγονται οι πόλεµοι. Ο τρόπος µε τον οποίο συµπεριφέρθηκαν οι ευρωπαίοι αρχηγοί κρατών στον Παπανδρέου σόκαρε πολύ την Αριστερά στη Γαλλία. Ευτυχώς οι άνθρωποι αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι η δηµοκρατία δεν είναι η αιτία της κρίσης, αλλά η λύση της».
Θεωρείτε δηλαδή ότι η κίνηση του έλληνα πρωθυπουργού θα εμπνεύσει και άλλους πολιτικούς της ευρωζώνης, ώστε να συμβουλεύονται περισσότερο τους πολίτες;
«Η κύρια αρετή του ακυρωµένου πλέον δηµοψηφίσµατος είναι ότι µας υπενθυµίζει πως δεν µπορούµε να αναβάλλουµε αιωνίως την εφαρµογή της δηµοκρατίας, η οποία είναι το µόνο µέσον για να ξεπεράσουµε την κρίση. Η δηµοκρατία δεν αποτελεί κίνδυνο. Το δηµοψήφισµα αυτό δεν θα διεξαχθεί, αλλά θα έχει θέσει µε τρόπο θορυβώδη το ερώτηµα τι είναι δηµοκρατία. Αυτό ήθελα να δείξω µε το εξώφυλλο αυτό που εντυπωσίασε τόσο πολύ τους Ελληνες. Και θα ήθελα να απευθύνω το εξής µήνυµα στους συµπατριώτες σας: Ελληνες, είστε πρωτοπόροι στην κρίση αυτή και υφίστασθε πρώτοι τις πιο τραγικές συνέπειές της. Είστε οι πρώτοι που θέτετε το ερώτηµα τι σηµαίνει δηµοκρατία και οι πρώτοι που δίνετε την απάντηση. Και γι’ αυτό σας ευχαριστούµε. Σας ευχαριστούµε πολύ!».
Από όλα τα πρωτοσέλιδα των εφηµερίδων όλου του κόσµου που σχολίασαν την (ανακληθείσα εν τέλει) απόφαση του έλληνα πρωθυπουργού για δηµοψήφισµα, εκείνο που συζητήθηκε περισσότερο ήταν της γαλλικής «Liberation». ∆ικαίως, αφού ήταν και το πιο εντυπωσιακό: «ΧΑΟΣ». Στα ελληνικά, µε φόντο το γαλάζιο της ελληνικής σηµαίας.
«Το Βήµα της Κυριακής» συνοµίλησε µε τον διευθυντή της εφηµερίδας, τον 40χρονο Νικολά Ντεµοράν, µε αφορµή τη συγκεκριµένη επιλογή. Ο κ. Ντεµοράν, αντίθετα από τις εντυπώσεις που προκάλεσε το πρωτοσέλιδο, παίρνει σαφή θέση υπέρ της απόφασης του κ. Παπανδρέου για δηµοψήφισµα, επικρίνει τον τρόπο µε τον οποίο τη χειρίστηκε και συµµερίζεται τις αντιδράσεις του ελληνικού λαού στην πολιτική λιτότητας.
Ο κ. Ντεµοράν εξηγείται και εξηγεί τι σηµαίνει για την Ευρώπη η κατάσταση στην οποία βρίσκεται η χώρα µας τα τελευταία δύο χρόνια.
Νικολά Ντεμοράν, το πρωτοσέλιδο της «Liberation» την περασμένη Τετάρτη, με τη λέξη «ΧΑΟΣ» γραμμένη στα ελληνικά, δημιούργησε μεγάλη αίσθηση στην Ελλάδα. Πώς καταλήξατε στην ιδέα αυτή; «Κατ’ αρχάς µάς απασχόλησε όλους η ξαφνική ανακοίνωση του έλληνα πρωθυπουργού ότι επρόκειτο να κάνει δηµοψήφισµα. Θεωρήσαµε ότι η κίνηση αυτή θα άνοιγε ένα νέο κεφάλαιο στη σηµερινή κρίση, ένα κεφάλαιο που κανένας δεν είχε προβλέψει. Επειδή λοιπόν είχαµε αφιερώσει πάρα πολλά εξώφυλλα στην Ελλάδα τον τελευταίο καιρό, αναζητούσαµε έναν ιδιαίτερα δυνατό τρόπο για να δηλώσουµε ότι µπαίναµε πια σε ένα καινούργιο και εξαιρετικά άγριο στάδιο της κρίσης. Η ιδέα ήταν να κάνουµε ένα µονοθεµατικό πρωτοσέλιδο, εξαιρετικά δυνατό γραφιστικά, το οποίο θα αποτυπωνόταν στο µυαλό όλων αυτών που θα το έβλεπαν στα περίπτερα. Ετσι ο καλλιτεχνικός διευθυντής της εφηµερίδας πρότεινε τη λέξη “ΧΑΟΣ” γραµµένη στα ελληνικά, µε φόντο το γαλάζιο της ελληνικής σηµαίας.
Οι αναγνώστες ανταποκρίθηκαν πολύ θετικά και η εφηµερίδα πούλησε πολύ περισσότερα φύλλα».
Χρειάστηκε τόλμη για να κάνετε ένα πρωτοσέλιδο με τίτλο που κανένας Γάλλος δεν θα καταλάβαινε; «Οι συντάκτες της εφηµερίδας όντως εξέφρασαν κάποιες ανησυχίες πάνω στο θέµα αυτό. Εγώ o ίδιος, όταν είδα το πρωτοσέλιδο, δεν κατάφερα να αποκρυπτογραφήσω την ελληνική λέξη. Το κοίταξα όµως προσεκτικά και είδα ότι υπήρχε ένας αστερίσκος που παρέπεµπε στη γαλλική µετάφρασή της. Σκέφθηκα λοιπόν ότι η δική µου αντίδραση µπροστά σε αυτό το πολύ δυνατό και µυστηριώδες πρωτοσέλιδο θα ήταν και η αντίδραση όλων αυ τών που θα το έβλεπαν. Αρχικά είχαµε σκεφθεί διάφορες γαλλικές λέξεις µε φανερά ελληνική ετυµολογία, όπως η λέξη “δράµα”, αλλά δεν µας άρεσαν. Τελικά την προσοχή όλων τράβηξε η πρωτοτυπία του εξωφύλλου, καθώς και το editorial που έγραψα, στο οποίο έλεγα ότι ήταν εντελώς παράλογο να επικρίνουµε έναν κυβερνήτη που αποφάσισε να συµβουλευθεί άµεσα τον λαό του, έναν κυβερνήτη που θέτει δηµοκρατικά στους πολίτες της χώρας του το ερώτηµα: “Ποια είναι η γνώµη σας γι’ αυτό που πρόκειται να υποστείτε;”».
Καταλαβαίνετε εκείνους τους συναδέλφους σας που δεν είχαν την ίδια γνώμη με εσάς;
«Πρέπει να σας πω ότι ήµουν ο µόνος που εξέφρασε τη συγκεκριµένη άποψη· ενάντια στην άποψη όλων των άλλων µέσων, των εφηµερίδων, των τηλεοπτικών καναλιών και των δικτυακών τόπων που έσπευσαν να κάνουν δηµοσκοπήσεις ρωτώντας “αν η Ελλάδα πρέπει να φύγει από το ευρώ και την Ευρώπη”. Πιστεύω ότι πρέπει κάποια στιγµή να προσγειωθούµε και να δούµε πώς θα αντιµετωπίσουµε την παρούσα κρίση, θέτοντας το ζήτηµα της σηµασίας των δηµοκρατικών διαδικασιών. Εµείς στη “Liberation” ερµηνεύσαµε την ως τώρα στάση του ελληνικού λαού ως αντίδραση στη διακυβέρνηση της χώρας από τους τεχνοκράτες της Ευρώπης και του ∆ΝΤ. Γιατί κάποια στιγµή πρέπει επιτέλους να µπορεί να αποφασίζει ο ίδιος ο λαός για την τύχη του».
Στο editorial της Παρασκευής, αναφερόμενος στην επιθετική στάση των ευρωπαίων ηγετών προς τον έλληνα πρωθυπουργό, μιλάτε για «προτεκτοράτο» και «όνειδος». Τι εννοείτε;
«Κοιτάξτε. Η πρόταση του Παπανδρέου σαφώς έπεσε σε κακή στιγµή, µε κακό τρόπο και µε συνέπειες δυνητικά εκρηκτικές για όλους. Το να θέλει όµως κανείς να απευθυνθεί στον λαό δεν πρέπει να θεωρείται πολιτικό λάθος. Σήµερα όλα τα ΜΜΕ καταφέρονται εναντίον των Ελλήνων και λένε ότι δεν έχουν δικαίωµα να διεκδικούν οτιδήποτε, αφού είναι οι ίδιοι υπαίτιοι για την κατάστασή τους. Η Ευρωπαϊκη Ενωση όµως είναι ένα πολιτικό οικοδόµηµα που στόχο έχει να ξεπεράσει τέτοιου είδους προσεγγίσεις.
Στη θέση της Ελλάδας αύριο µπορεί να είναι η Ιταλία και µεθαύριο η Γαλλία. Πρέπει κάποια στιγµή να βάλουµε τον εαυτό µας στη θέση των Ελλήνων και να σκεφθούµε: “Εµείς ως Γάλλοι θέλουµε 15 στελέχη του ∆ΝΤ και της Ευρώπης να µας λένε ποιο σχολείο και ποιο νοσοκοµείο θα κλείσει, χωρίς να δέχονται αντίρρηση;”».
Πρόκειται δηλαδή για μάθημα αγωγής του ευρωπαίου πολίτη;
«Βεβαίως! Πρέπει να καταφέρουµε κάποια στιγµή να στεκόµαστε στο πλευρό των Ελλήνων και να λέµε:
“Είµαστε πολίτες της Ευρωπαϊκής Ενωσης και βλέπουµε στην τηλεόραση να µεταχειρίζονται έναν από τους πρωθυπουργούς της Ευρώπης µε τρόπο απαράδεκτο και υβριστικό”. Πρόκειται για προσβλητικές σκηνές απίστευτης σκληρότητας. Αν είµαστε σωστοί Ευρωπαίοι, οφείλουµε να αντιδράσουµε. Και έπειτα ακούµε τους ηγέτες στο G20 να λένε τάχα ότι δεν µπλέκονται στη διακυβέρνηση των χωρών-µελών! Ξέρουµε πολύ καλά ότι υπάρχουν χώρες διαφορετικών ταχυτήτων στην ΕΕ, ότι κάποιες χώρες είναι πιο ισχυρές από κάποιες άλλες.
Καταργήσαµε όµως τα σύνορά µας, έχουµε ένα κοινό νόµισµα, ένα κοινό πεπρωµένο. Ολα αυτά είναι εργαλεία που µας επιτρέπουν να ξεπερά σουµε τις διαφορές ισχύος των χωρών-µελών της Ευρώπης. ∆υστυχώς βλέπουµε ότι αυτά τα εργαλεία αρχίζουν να γίνονται πιο εύθραυστα. Σαφώς ο Παπανδρέου θα έπρεπε να είχε ενηµερώσει εγκαίρως τους υπουργούς του και τους ευρωπαίους εταίρους. Ο αυτοσχεδιαστικός χαρακτήρας της κίνησής του εξέπληξε τους πάντες και προκάλεσε µεγάλη ανησυχία σε πολλούς τοµείς. Καταλαβαίνω λοιπόν την αντίδραση έκπληξης και οργής των ευρωπαίων οµολόγων του. Αλλά η διπλωµατία έχει εφευρεθεί για να αποφεύγονται οι πόλεµοι. Ο τρόπος µε τον οποίο συµπεριφέρθηκαν οι ευρωπαίοι αρχηγοί κρατών στον Παπανδρέου σόκαρε πολύ την Αριστερά στη Γαλλία. Ευτυχώς οι άνθρωποι αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι η δηµοκρατία δεν είναι η αιτία της κρίσης, αλλά η λύση της».
Θεωρείτε δηλαδή ότι η κίνηση του έλληνα πρωθυπουργού θα εμπνεύσει και άλλους πολιτικούς της ευρωζώνης, ώστε να συμβουλεύονται περισσότερο τους πολίτες;
«Η κύρια αρετή του ακυρωµένου πλέον δηµοψηφίσµατος είναι ότι µας υπενθυµίζει πως δεν µπορούµε να αναβάλλουµε αιωνίως την εφαρµογή της δηµοκρατίας, η οποία είναι το µόνο µέσον για να ξεπεράσουµε την κρίση. Η δηµοκρατία δεν αποτελεί κίνδυνο. Το δηµοψήφισµα αυτό δεν θα διεξαχθεί, αλλά θα έχει θέσει µε τρόπο θορυβώδη το ερώτηµα τι είναι δηµοκρατία. Αυτό ήθελα να δείξω µε το εξώφυλλο αυτό που εντυπωσίασε τόσο πολύ τους Ελληνες. Και θα ήθελα να απευθύνω το εξής µήνυµα στους συµπατριώτες σας: Ελληνες, είστε πρωτοπόροι στην κρίση αυτή και υφίστασθε πρώτοι τις πιο τραγικές συνέπειές της. Είστε οι πρώτοι που θέτετε το ερώτηµα τι σηµαίνει δηµοκρατία και οι πρώτοι που δίνετε την απάντηση. Και γι’ αυτό σας ευχαριστούµε. Σας ευχαριστούµε πολύ!».
Ενα σκαλί πριν από το βάραθρο
Χρειάζεται εθνικό σχέδιο που να ενσωματώνει και να υπερβαίνει τη συμφωνία της 27ης Οκτωβρίου
Του Γιάννη Βούλγαρη
ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο 05 Νοεμβρίου 2011
Το κομματικό σύστημα και οι πολιτικές ηγεσίες αναζητούν τον δρόμο προς το προφανές: τη συγκρότηση μεταβατικής κυβέρνησης που θα φροντίσει τη συναινετική επικύρωση της συμφωνίας της 27ης Οκτωβρίου και μετά θα κάνει εκλογές. Οπως έγινε φανερό, η ελληνική κρίση έχει φτάσει πλέον στον πυρήνα της. Ο κίνδυνος εξόδου από το ευρώ γίνεται πλέον απτός. Οι ευρωπαίοι εταίροι το έκαναν σαφές: «Εμείς σας θέλουμε, αλλά πρέπει να θέλετε και εσείς». Η Ελλάδα αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο σαν μόλυνση από την οποία πρέπει να προστατευτεί το ευρώ, παρά σαν αναγκαίος εταίρος που πρέπει πάση θυσία να διασωθεί για να μην καταστραφεί το κοινό νόμισμα. Και η αυτοπροστασία του ευρώ από την αλλοπρόσαλλη Ελλάδα ασφαλώς θα οργανωθεί συστηματικά και εσπευσμένα από τους ευρωπαίους αρμόδιους. Εχουν άλλωστε μεγαλύτερες σκοτούρες με την αναδυόμενη «ιταλική απειλή».
Ομως, την έξοδο από το ευρώ, αν, ο μη γένοιτο, συμβεί, δεν θα την επιβάλουν οι «ξένοι», αλλά θα την προκαλέσουν χωρίς να το έχουν επιλέξει συνειδητά οι Ελληνες. Θα είναι η κατάληξη της παρατεταμένης και αυτοτροφοδοτούμενης απόκλισης της Ελλάδας από τους κανόνες και τις πρακτικές της ευρωζώνης. Οι συνέπειες θα είναι δραματικές.
Θεωρητικά και αφηρημένα, μπορούμε να συζητάμε με οικονομικά επιχειρήματα τα υπέρ και τα κατά που θα έχει η χώρα με το ευρώ ή τη δραχμή, αν δηλαδή συμμετέχει σε μια ευρύτερη νομισματική ένωση ή αν έχει εθνικό νόμισμα. Στις συγκεκριμένες όμως ιστορικές συνθήκες, η έξοδος από το ευρώ θα σημάνει και έξοδο από τον κύκλο των αναπτυγμένων χωρών. Για την επόμενη ιστορική φάση τουλάχιστον. Στη μεθεπόμενη, η Ελλάδα μπορεί ίσως να ξαναγεννηθεί και πάλι από τις στάχτες της, «να ξανατραβήξει προς τη δόξα», αλλά θα έχει ζήσει μια εθνική και πολιτισμική καταστροφή. Για μεγάλο και απροσδιόριστο διάστημα θα είναι η Ελλάδα των ολιγαρχών, των συμμοριών, της κατοχικής δραχμής και της απότομης πτώχευσης της μεγάλης πλειονότητας της κοινωνίας. Κράτος-παρίας στην ανήσυχη γεωπολιτική των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής.
Αρκετοί από το πολιτικό προσωπικό της χώρας, εκτός των κομμάτων της παραδοσιακής Αριστεράς, έδειξαν ότι έχουν συνείδηση της σκοτεινής προοπτικής. Τα πολιτικά ανακλαστικά ενεργοποιήθηκαν, η πολιτική ήρθε σε πρώτο πλάνο, κάποιοι πολιτικοί μίλησαν με τη δική τους γλώσσα και όχι με τα κλισέ του ρόλου τους, δημοσιογράφοι έδειξαν να συναισθάνονται την κρισιμότητα των στιγμών, και οι πολίτες ανήσυχοι διαισθάνθηκαν το χάος. Είναι ίσως το πιο ενθαρρυντικό στοιχείο μέσα στην πρόσφατη δραματική εξέλιξη. Σαν την κρίσιμη στιγμή η χώρα, και πάντως η ηγεσία της, να «ξαναθυμάται» ότι η θέληση της Ελλάδας «να είναι Ευρώπη» αποτέλεσε στο μεγαλύτερο μέρος της νεότερης Ιστορίας μας, πρόταγμα ελευθερίας, δημοκρατίας και εκσυγχρονισμού. Χωρίς αυτό, η τάση της ελληνικής κοινωνίας προς τη στασιμότητα και την εσωστρέφεια θα ήταν πολύ εντονότερη.
Η εγρήγορση μεγάλου μέρους του πολιτικού προσωπικού στην ύστατη στιγμή δεν αρκεί όμως για να αντιστρέψει τη δυναμική απόκλισης της Ελλάδας από το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Για να είμαστε μάλιστα ακριβείς, ούτε η αναβάθμιση του πολιτικού-κομματικού συστήματος αρκεί. Είναι αλήθεια ότι αυτό έχει τις βαρύτερες ευθύνες για τη χρεοκοπία της χώρας, όμως η κρίση τροφοδοτήθηκε από πολλές πηγές. Προέκυψε από αρνητικές αλληλεπιδράσεις του παραγωγικού μοντέλου, του πολιτικού συστήματος και των κυρίαρχων αξιών και νοοτροπιών όπως εξελίχτηκαν στη διάρκεια της μεταπολίτευσης.
Και στα τρία αυτά πεδία αναπτύχθηκαν ομοειδείς και ομόρροπες αρνητικές συμπεριφορές κατά μήκος της καταστροφικής αλυσίδας: πελατειακή δοσοληψία - συντεχνιασμός - amoral οικογενειοκεντρισμός - κτητικός ατομισμός - ιδιωτική ιδιοποίηση των δημόσιων αγαθών - εθνικισμός σαν ιδεολογία συγκάλυψης αυτής της παθογένειας. Η αλυσίδα αποτελεί χαρακτηριστικό μακράς διάρκειας της ελληνικής κοινωνίας. Εξηγεί το συνεχές παιχνίδι σύγκλισης-απόκλισης από το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι μέσα στην Ιστορία μας. Δείχνει τα εμπόδια που πρέπει να υπερβεί μια εμπνευσμένη πολιτική ηγεσία για να μπορέσει να αναβαθμίσει τη χώρα, καθώς οι ιστορικές αδράνειες είναι πανίσχυρες και τα άλματα που αλλάζουν την τροχιά της χώρας δύσκολα.
Δεν περιμένουμε λοιπόν ούτε θαύματα ούτε μαγικές λύσεις από τις πολιτικές ηγεσίες. Ελπίζουμε όμως ότι μετά το πρόσφατο σοκ (και τα επόμενα που ασφαλώς θα ακολουθήσουν) η κοινωνία θα κατανοήσει καλύτερα την πραγματικότητα. Οτι το παραμύθι, η παραμυθία και η υπεκφυγή με δημαγωγικές επαγγελίες θα γίνονται λιγότερο πιστευτές. Οτι θα κερδίζουν έδαφος η συστηματική προσπάθεια, η πολιτική συνεννόηση, η συνείδηση ότι έχουμε μπροστά μας μια μακρά περίοδο περιοριστικής πολιτικής, η μεταφορά πόρων από την κατανάλωση στις επενδύσεις, η δικαιότερη κατανομή των θυσιών. Για να εξελιχθούν αυτές οι αλλαγές χρειάζεται οι πολιτικές δυνάμεις να κάνουν τρεις θεμελιακές επιλογές.
Πρώτη, να διαφυλάξουν την «ευρωπαϊκή προοπτική» που ως τώρα προσανατόλισε την κοινωνία αποκρούοντας κάθε προσπάθεια απονομιμοποίησής της.
Δεύτερη, να προασπίσουν τη δημοκρατική κουλτούρα που βαθμιαία κατακτήθηκε στη μεταπολίτευση. Είναι προφανές ότι η εξαχρείωση των κοινωνικών συμπεριφορών, η διάχυση της ανομίας, η εμφάνιση μαχητικών πόλων κόκκινου και μαύρου φασισμού δηλητηριάζουν σταθερά το δημοκρατικό κεκτημένο της μεταπολίτευσης.
Τρίτη, να διαμορφώσουν ένα μακροπρόθεσμο εθνικό σχέδιο αλλαγής της χώρας που να ενσωματώνει αλλά και να υπερβαίνει τη συμφωνία της 27ης Οκτωβρίου, έτσι ώστε να μπορούμε να επαναδιαπραγματευόμαστε κατά καιρούς τις αστοχίες του εκάστοτε «Μνημονίου» ως ισότιμοι εταίροι, σε κλίμα συνεργασίας και όχι αλυσιτελών τακτικισμών.
Η προσπάθεια αυτή (αν, εννοείται, αποφύγουμε την άτακτη χρεοκοπία και την επιστροφή στη δραχμή) θα είναι μακροχρόνια, θα εκδιπλωθεί σε βάθος δεκαετίας και στη διάρκειά της θα «καούν» διάφορες κυβερνήσεις. Σίγουρα πάντως η επόμενη, καθώς ο πολιτικός χρόνος κυλά πλέον ταχύτατα. Αυτό θα πρέπει να καθησυχάσει το ΠΑΣΟΚ, το οποίο σήμερα αισθάνεται θύμα πολιτικής αδικίας. Εν μέρει δικαίως. Χρεώνεται την αποτυχία διαχείρισης μιας κρίσης πρωτόγνωρων διαστάσεων, για την οποία μεγάλο μερτικό ευθύνης έφερε η καραμανλική διακυβέρνηση. Υποχρεώθηκε να την αντιμετωπίσει μόνο, υφιστάμενο την ωμή δημαγωγία της ΝΔ και της παραδοσιακής αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ, λιγότερο το ΚΚΕ). Η Κοινοβουλευτική του Ομάδα έδειξε ένα υψηλό αίσθημα εθνικής ευθύνης παρά την τρομοκρατία που της άσκησαν οι διάφοροι αλήτες. Από την άλλη, ο κ. Σαμαράς θα αναδειχθεί προφανώς σε κυρίαρχο του παιχνιδιού μετά τις εκλογές που προσεχώς θα γίνουν. Εν μέρει αδίκως. Εκμεταλλεύτηκε τη γρήγορη φθορά της κυβέρνησης προβάλλοντας έναν ανεύθυνο δημαγωγικό λόγο τον οποίο θα πληρώσει σύντομα ως κυβέρνηση, γιατί θα κληθεί να εφαρμόσει την ίδια πολιτική. Μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης δεν τον εμπιστεύεται καθώς τον θεωρεί ικανό να επιλέξει τη δραχμή ή να κάνει ένα «θερμό επεισόδιο» με τους γείτονες, αν αυτά εξυπηρετούν την εξουσία του. Εξάλλου, το προσωπικό που τον περιβάλλει, πλην εξαιρέσεων, είναι προδήλως ανεπαρκές, ενώ η φιλοευρωπαϊκή εκσυγχρονιστική ΝΔ έχει ασήμαντη εκπροσώπηση.
Μακάρι η επίγνωση των δυσκολιών της κατάστασης και των αδυναμιών των πρωταγωνιστών που θα τη διαχειριστούν να αλλάξει το πολιτικό κλίμα την προσεχή περίοδο. Διαφορετικά σύντομα θα βρεθούμε και πάλι στα βαθιά. Αυτή τη φορά χωρίς σωσίβιο.
Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου
Του Γιάννη Βούλγαρη
ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο 05 Νοεμβρίου 2011
Το κομματικό σύστημα και οι πολιτικές ηγεσίες αναζητούν τον δρόμο προς το προφανές: τη συγκρότηση μεταβατικής κυβέρνησης που θα φροντίσει τη συναινετική επικύρωση της συμφωνίας της 27ης Οκτωβρίου και μετά θα κάνει εκλογές. Οπως έγινε φανερό, η ελληνική κρίση έχει φτάσει πλέον στον πυρήνα της. Ο κίνδυνος εξόδου από το ευρώ γίνεται πλέον απτός. Οι ευρωπαίοι εταίροι το έκαναν σαφές: «Εμείς σας θέλουμε, αλλά πρέπει να θέλετε και εσείς». Η Ελλάδα αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο σαν μόλυνση από την οποία πρέπει να προστατευτεί το ευρώ, παρά σαν αναγκαίος εταίρος που πρέπει πάση θυσία να διασωθεί για να μην καταστραφεί το κοινό νόμισμα. Και η αυτοπροστασία του ευρώ από την αλλοπρόσαλλη Ελλάδα ασφαλώς θα οργανωθεί συστηματικά και εσπευσμένα από τους ευρωπαίους αρμόδιους. Εχουν άλλωστε μεγαλύτερες σκοτούρες με την αναδυόμενη «ιταλική απειλή».
Ομως, την έξοδο από το ευρώ, αν, ο μη γένοιτο, συμβεί, δεν θα την επιβάλουν οι «ξένοι», αλλά θα την προκαλέσουν χωρίς να το έχουν επιλέξει συνειδητά οι Ελληνες. Θα είναι η κατάληξη της παρατεταμένης και αυτοτροφοδοτούμενης απόκλισης της Ελλάδας από τους κανόνες και τις πρακτικές της ευρωζώνης. Οι συνέπειες θα είναι δραματικές.
Θεωρητικά και αφηρημένα, μπορούμε να συζητάμε με οικονομικά επιχειρήματα τα υπέρ και τα κατά που θα έχει η χώρα με το ευρώ ή τη δραχμή, αν δηλαδή συμμετέχει σε μια ευρύτερη νομισματική ένωση ή αν έχει εθνικό νόμισμα. Στις συγκεκριμένες όμως ιστορικές συνθήκες, η έξοδος από το ευρώ θα σημάνει και έξοδο από τον κύκλο των αναπτυγμένων χωρών. Για την επόμενη ιστορική φάση τουλάχιστον. Στη μεθεπόμενη, η Ελλάδα μπορεί ίσως να ξαναγεννηθεί και πάλι από τις στάχτες της, «να ξανατραβήξει προς τη δόξα», αλλά θα έχει ζήσει μια εθνική και πολιτισμική καταστροφή. Για μεγάλο και απροσδιόριστο διάστημα θα είναι η Ελλάδα των ολιγαρχών, των συμμοριών, της κατοχικής δραχμής και της απότομης πτώχευσης της μεγάλης πλειονότητας της κοινωνίας. Κράτος-παρίας στην ανήσυχη γεωπολιτική των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής.
Αρκετοί από το πολιτικό προσωπικό της χώρας, εκτός των κομμάτων της παραδοσιακής Αριστεράς, έδειξαν ότι έχουν συνείδηση της σκοτεινής προοπτικής. Τα πολιτικά ανακλαστικά ενεργοποιήθηκαν, η πολιτική ήρθε σε πρώτο πλάνο, κάποιοι πολιτικοί μίλησαν με τη δική τους γλώσσα και όχι με τα κλισέ του ρόλου τους, δημοσιογράφοι έδειξαν να συναισθάνονται την κρισιμότητα των στιγμών, και οι πολίτες ανήσυχοι διαισθάνθηκαν το χάος. Είναι ίσως το πιο ενθαρρυντικό στοιχείο μέσα στην πρόσφατη δραματική εξέλιξη. Σαν την κρίσιμη στιγμή η χώρα, και πάντως η ηγεσία της, να «ξαναθυμάται» ότι η θέληση της Ελλάδας «να είναι Ευρώπη» αποτέλεσε στο μεγαλύτερο μέρος της νεότερης Ιστορίας μας, πρόταγμα ελευθερίας, δημοκρατίας και εκσυγχρονισμού. Χωρίς αυτό, η τάση της ελληνικής κοινωνίας προς τη στασιμότητα και την εσωστρέφεια θα ήταν πολύ εντονότερη.
Η εγρήγορση μεγάλου μέρους του πολιτικού προσωπικού στην ύστατη στιγμή δεν αρκεί όμως για να αντιστρέψει τη δυναμική απόκλισης της Ελλάδας από το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Για να είμαστε μάλιστα ακριβείς, ούτε η αναβάθμιση του πολιτικού-κομματικού συστήματος αρκεί. Είναι αλήθεια ότι αυτό έχει τις βαρύτερες ευθύνες για τη χρεοκοπία της χώρας, όμως η κρίση τροφοδοτήθηκε από πολλές πηγές. Προέκυψε από αρνητικές αλληλεπιδράσεις του παραγωγικού μοντέλου, του πολιτικού συστήματος και των κυρίαρχων αξιών και νοοτροπιών όπως εξελίχτηκαν στη διάρκεια της μεταπολίτευσης.
Και στα τρία αυτά πεδία αναπτύχθηκαν ομοειδείς και ομόρροπες αρνητικές συμπεριφορές κατά μήκος της καταστροφικής αλυσίδας: πελατειακή δοσοληψία - συντεχνιασμός - amoral οικογενειοκεντρισμός - κτητικός ατομισμός - ιδιωτική ιδιοποίηση των δημόσιων αγαθών - εθνικισμός σαν ιδεολογία συγκάλυψης αυτής της παθογένειας. Η αλυσίδα αποτελεί χαρακτηριστικό μακράς διάρκειας της ελληνικής κοινωνίας. Εξηγεί το συνεχές παιχνίδι σύγκλισης-απόκλισης από το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι μέσα στην Ιστορία μας. Δείχνει τα εμπόδια που πρέπει να υπερβεί μια εμπνευσμένη πολιτική ηγεσία για να μπορέσει να αναβαθμίσει τη χώρα, καθώς οι ιστορικές αδράνειες είναι πανίσχυρες και τα άλματα που αλλάζουν την τροχιά της χώρας δύσκολα.
Δεν περιμένουμε λοιπόν ούτε θαύματα ούτε μαγικές λύσεις από τις πολιτικές ηγεσίες. Ελπίζουμε όμως ότι μετά το πρόσφατο σοκ (και τα επόμενα που ασφαλώς θα ακολουθήσουν) η κοινωνία θα κατανοήσει καλύτερα την πραγματικότητα. Οτι το παραμύθι, η παραμυθία και η υπεκφυγή με δημαγωγικές επαγγελίες θα γίνονται λιγότερο πιστευτές. Οτι θα κερδίζουν έδαφος η συστηματική προσπάθεια, η πολιτική συνεννόηση, η συνείδηση ότι έχουμε μπροστά μας μια μακρά περίοδο περιοριστικής πολιτικής, η μεταφορά πόρων από την κατανάλωση στις επενδύσεις, η δικαιότερη κατανομή των θυσιών. Για να εξελιχθούν αυτές οι αλλαγές χρειάζεται οι πολιτικές δυνάμεις να κάνουν τρεις θεμελιακές επιλογές.
Πρώτη, να διαφυλάξουν την «ευρωπαϊκή προοπτική» που ως τώρα προσανατόλισε την κοινωνία αποκρούοντας κάθε προσπάθεια απονομιμοποίησής της.
Δεύτερη, να προασπίσουν τη δημοκρατική κουλτούρα που βαθμιαία κατακτήθηκε στη μεταπολίτευση. Είναι προφανές ότι η εξαχρείωση των κοινωνικών συμπεριφορών, η διάχυση της ανομίας, η εμφάνιση μαχητικών πόλων κόκκινου και μαύρου φασισμού δηλητηριάζουν σταθερά το δημοκρατικό κεκτημένο της μεταπολίτευσης.
Τρίτη, να διαμορφώσουν ένα μακροπρόθεσμο εθνικό σχέδιο αλλαγής της χώρας που να ενσωματώνει αλλά και να υπερβαίνει τη συμφωνία της 27ης Οκτωβρίου, έτσι ώστε να μπορούμε να επαναδιαπραγματευόμαστε κατά καιρούς τις αστοχίες του εκάστοτε «Μνημονίου» ως ισότιμοι εταίροι, σε κλίμα συνεργασίας και όχι αλυσιτελών τακτικισμών.
Η προσπάθεια αυτή (αν, εννοείται, αποφύγουμε την άτακτη χρεοκοπία και την επιστροφή στη δραχμή) θα είναι μακροχρόνια, θα εκδιπλωθεί σε βάθος δεκαετίας και στη διάρκειά της θα «καούν» διάφορες κυβερνήσεις. Σίγουρα πάντως η επόμενη, καθώς ο πολιτικός χρόνος κυλά πλέον ταχύτατα. Αυτό θα πρέπει να καθησυχάσει το ΠΑΣΟΚ, το οποίο σήμερα αισθάνεται θύμα πολιτικής αδικίας. Εν μέρει δικαίως. Χρεώνεται την αποτυχία διαχείρισης μιας κρίσης πρωτόγνωρων διαστάσεων, για την οποία μεγάλο μερτικό ευθύνης έφερε η καραμανλική διακυβέρνηση. Υποχρεώθηκε να την αντιμετωπίσει μόνο, υφιστάμενο την ωμή δημαγωγία της ΝΔ και της παραδοσιακής αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ, λιγότερο το ΚΚΕ). Η Κοινοβουλευτική του Ομάδα έδειξε ένα υψηλό αίσθημα εθνικής ευθύνης παρά την τρομοκρατία που της άσκησαν οι διάφοροι αλήτες. Από την άλλη, ο κ. Σαμαράς θα αναδειχθεί προφανώς σε κυρίαρχο του παιχνιδιού μετά τις εκλογές που προσεχώς θα γίνουν. Εν μέρει αδίκως. Εκμεταλλεύτηκε τη γρήγορη φθορά της κυβέρνησης προβάλλοντας έναν ανεύθυνο δημαγωγικό λόγο τον οποίο θα πληρώσει σύντομα ως κυβέρνηση, γιατί θα κληθεί να εφαρμόσει την ίδια πολιτική. Μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης δεν τον εμπιστεύεται καθώς τον θεωρεί ικανό να επιλέξει τη δραχμή ή να κάνει ένα «θερμό επεισόδιο» με τους γείτονες, αν αυτά εξυπηρετούν την εξουσία του. Εξάλλου, το προσωπικό που τον περιβάλλει, πλην εξαιρέσεων, είναι προδήλως ανεπαρκές, ενώ η φιλοευρωπαϊκή εκσυγχρονιστική ΝΔ έχει ασήμαντη εκπροσώπηση.
Μακάρι η επίγνωση των δυσκολιών της κατάστασης και των αδυναμιών των πρωταγωνιστών που θα τη διαχειριστούν να αλλάξει το πολιτικό κλίμα την προσεχή περίοδο. Διαφορετικά σύντομα θα βρεθούμε και πάλι στα βαθιά. Αυτή τη φορά χωρίς σωσίβιο.
Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου
Monday, October 24, 2011
Ανάµεσα στην Ευρώπη και στη µοναξιά
του Αντώνη Μανιτάκη
ΤΟ ΒΗΜΑ, 23/10/2011
Είναι ηλίου φαεινότερον ότι η Ελλάδα βρίσκεται υπό καθεστώς περιορισµένης δηµοσιονοµικής κυριαρχίας και ότι τελεί, για την ακρίβεια, υπό καθεστώς αυστηρής, ευρωπαϊκής, δηµοσιονοµικής επιτήρησης, λόγω υπερβολικού δηµόσιου χρέους και δηµοσιονοµικού ελλείµµατος. Oπως είναι, επίσης, γεγονός αναµφισβήτητο ότι η δανειακή εξάρτηση της Ελλάδας τόσο από τους ιδιώτες-δανειστές της (από τις αγορές) όσο και από τους δηµόσιους διεθνείς δανειστές της (χώρες ευρωζώνης και ∆ΝΤ) συνεπάγεται, αναπόφευκτα, σοβαρούς, πραγµατικούς, περιορισµούς στην άσκηση της κυριαρχίας της.
Γι’ αυτό και δεν βλέπω τι χειρότερο και τι επαχθέστερο από αυτό που ζούµε εδώ και δύο χρόνια πρόκειται να φέρουν στη χώρα µας η προαναγγελθείσα τροποποίηση των ευρωπαϊκών συνθηκών στις 23 Οκτωβρίου και η εγκαθίδρυση ενδεχοµένως ενός υπουργού των Οικονοµικών στην ΕΕ, καθώς και ενός είδους αυστηρής προληπτικής και κατασταλτικής επιτήρησης της δηµοσιονοµικής πολιτικής και του προϋπολογισµού των χωρών, ειδικά των υπερχρεωµένων όπως η δική µας. ∆ιότι, αλήθεια, τι προέχει, εκεί που φτάσαµε σήµερα, και τι είναι πιο σηµαντικό για την ίδια την ταπεινωµένη κυριαρχία µας και την εθνική µας υπερηφάνεια: η αποφυγή περιορισµών στην εθνική µας κυριαρχία ή η µακροπρόθεσµη απεξάρτηση της οικονοµίας µας από τα δόκανα των αγορών και από τις ανάλγητες απαιτήσεις των δανειστών µας; Τι να την κάνω την απόλυτη εξουσία αυτοπροσδιορισµού της συλλογικής µου µοίρας, όταν δεν µπορώ και δεν ξέρω να τη διαχειριστώ µόνος µου; Και γιατί συνιστά απεµπόληση της εθνικής µας κυριαρχίας η αποδοχή περιορισµών στη δηµοσιονοµική µας κυριαρχία, όταν οι περιορισµοί αυτοί αντισταθµίζονται από τη συµµετοχή µας, στο µέτρο των δυνάµεών µας, στην άσκηση µιας συλλογικής και επιµερισµένης οικονοµικής κυριαρχίας σε ένα ευρύτερο οικονοµικό σύνολο, όπως είναι η ευρωζώνη; Τι υπηρετεί καλύτερα και αποτελεσµατικότερα την εθνική ανεξαρτησία µας – αφού περί αυτού συνεχώς τυρβάζουµε: η επιδίωξη της οικονοµικής ισχύος και ευρωστίας της χώρας µας µέσα στην Ευρώπη υπό την κηδεµονία έστω της πανίσχυρης Γερµανίας ή η παράδοσή της µόνης και έρηµης, αλλά εθνικά υπερήφανης, στη βορά των ανεξέλεγκτων αγορών;
Αυτό που λησµονούµε είναι ότι όταν ενταχθήκαµε, πριν από δέκα χρόνια στην ΟΝΕ, και δεχθήκαµε ως νόµισµα το ευρώ, αποδεχθήκαµε την οριστική εκχώρηση και άρα απώλεια της νοµισµατικής µας κυριαρχίας. Μαζί εποµένως µε την κατάργηση της δραχµής, ως εθνικού νοµίσµατος, συµβόλου εθνικής κυριαρχίας, απωλέσαµε και τη δυνατότητα, νοµική και πραγµατική, να ασκούµε δική µας νοµισµατική πολιτική, δηλαδή εθνική πολιτική τιµών και εισοδηµάτων, καθώς και συναλλαγµατική πολιτική µε τη δυνατότητα υποτίµησης ή ανατίµησης της δραχµής. Λίγοι είχαν κλάψει τότε για τη θυσία της δραχµής µπροστά στα ασύγκριτα µεγαλύτερα από την απώλεια της νοµισµατικής µας κυριαρχίας προσδοκώµενα οικονοµικά οφέλη.
Παράλληλα όµως µε την απώλεια της νοµισµατικής µας κυριαρχίας είχαµε αποδεχθεί, ως χώρα, µέσω των ευρωπαϊκών συνθηκών, και περιορισµούς στην άσκηση της δηµοσιονοµικής µας κυριαρχίας και είχαµε αναλάβει, επιπλέον, τη δέσµευση να συντονίζουµε την οικονοµική µας πολιτική µε εκείνη των άλλων χωρών της ΕΕ. Τέλος, µε την αποδοχή του Ευρωπαϊκού Συµφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης από τα τέλη ήδη της δεκαετίας του ’90 είχαµε αναλάβει από τότε διεθνή, συµβατική υποχρέωση να τηρούµε οικονοµική πολιτική λιτότητας και µειωµένου ελλείµµατος.
Ολα αυτά συνιστούσαν βέβαια και επέφεραν σοβαρούς, νοµικούς, περιορισµούς σε αυτό που καταχρηστικά ονοµάζουµε «οικονοµική κυριαρχία». Φαίνεται πως τα είχαµε ξεχάσει όταν ήλθε η τρόικα και µας εξανάγκασε να κάνουµε βίαια και ανάλγητα όσα δεν κάναµε χρόνια τώρα ως µέλη της ευρωζώνης. Η Ελλάδα δεν είναι σήµερα, τυπικά, λιγότερο κυρίαρχη από όσο ήταν τότε που µπήκε στην ΟΝΕ και κύρωνε τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, εκχωρώντας τη νοµισµατική και δηµοσιονοµικής της κυριαρχία.
Αλλά και αν γυρίζαµε ακόµη πιο πίσω και συγκρίναµε τη νοµισµατική κυριαρχία που είχε η Ελλάδα ή θα είχε η ίδια ως χώρα της δραχµής µε αυτήν που έχει ως µέλος του ευρώ, πιστεύω πως σίγουρα η νοµισµατική «συγκυριαρχία» που ασκεί σήµερα µέσα στην ΟΝΕ, έστω και περιορισµένη πραγµατικά, λόγω της µικρής της ισχύος και της υπερχρέωσής της, είναι ασύγκριτα ισχυρότερη από εκείνη που είχε ή που θα είχε ή θα έχει αν, ο µη γένοιτο, επιστρέψει στην κυριαρχία του εθνικού νοµίσµατος.
Ας αποφασίσουµε, επιτέλους, τι προτιµάµε: µια ρακένδυτη ουσιαστικά αλλά πλήρη τυπικά κυριαρχία ή µια ανθηρή οικονοµικά αλλά περιορισµένη τυπικά κυριαρχία.
Ξέρω ότι το ιδεώδες θα ήταν να µη χρειαζόταν να απαντήσουµε σε αυτό το δίληµµα. Αυτό όµως προϋποθέτει την ιστορική προοπτική µιας άλλης Ευρώπης µε ριζικά διαφορετική οικονοµική πολιτική. Μια άλλη νοµισµατική και δηµοσιονοµική πολιτική, η οποία δεν είναι όµως δυνατόν να επιτευχθεί παρά µόνον αν συντονιστούν και συνεργήσουν οι λαοί και οι κυβερνήσεις της Ευρώπης. Η ριζική αλλαγή της οικονοµικής πολιτικής είναι το ζητούµενο και επιδιωκόµενο, µόνο που αυτή δεν µπορεί πια να επιτευχθεί, όπως τη δεκαετία του ’60, σε εθνικό επίπεδο αλλά µόνο σε ευρωπαϊκό. Αυτός είναι ο ορίζοντας της εθνικής µας µοίρας. Ας το συνειδητοποιήσουµε, αν θέλουµε να είµαστε, πράγµατι, κύριοι της µοίρας µας. Εχουµε να επιλέξουµε ανάµεσα σε µια µοναχική και ρακένδυτη εθνική κυριαρχία και σε µια περιορισµένη συγκυριαρχίαστην Ευρώπη.
ΤΟ ΒΗΜΑ, 23/10/2011
Είναι ηλίου φαεινότερον ότι η Ελλάδα βρίσκεται υπό καθεστώς περιορισµένης δηµοσιονοµικής κυριαρχίας και ότι τελεί, για την ακρίβεια, υπό καθεστώς αυστηρής, ευρωπαϊκής, δηµοσιονοµικής επιτήρησης, λόγω υπερβολικού δηµόσιου χρέους και δηµοσιονοµικού ελλείµµατος. Oπως είναι, επίσης, γεγονός αναµφισβήτητο ότι η δανειακή εξάρτηση της Ελλάδας τόσο από τους ιδιώτες-δανειστές της (από τις αγορές) όσο και από τους δηµόσιους διεθνείς δανειστές της (χώρες ευρωζώνης και ∆ΝΤ) συνεπάγεται, αναπόφευκτα, σοβαρούς, πραγµατικούς, περιορισµούς στην άσκηση της κυριαρχίας της.
Γι’ αυτό και δεν βλέπω τι χειρότερο και τι επαχθέστερο από αυτό που ζούµε εδώ και δύο χρόνια πρόκειται να φέρουν στη χώρα µας η προαναγγελθείσα τροποποίηση των ευρωπαϊκών συνθηκών στις 23 Οκτωβρίου και η εγκαθίδρυση ενδεχοµένως ενός υπουργού των Οικονοµικών στην ΕΕ, καθώς και ενός είδους αυστηρής προληπτικής και κατασταλτικής επιτήρησης της δηµοσιονοµικής πολιτικής και του προϋπολογισµού των χωρών, ειδικά των υπερχρεωµένων όπως η δική µας. ∆ιότι, αλήθεια, τι προέχει, εκεί που φτάσαµε σήµερα, και τι είναι πιο σηµαντικό για την ίδια την ταπεινωµένη κυριαρχία µας και την εθνική µας υπερηφάνεια: η αποφυγή περιορισµών στην εθνική µας κυριαρχία ή η µακροπρόθεσµη απεξάρτηση της οικονοµίας µας από τα δόκανα των αγορών και από τις ανάλγητες απαιτήσεις των δανειστών µας; Τι να την κάνω την απόλυτη εξουσία αυτοπροσδιορισµού της συλλογικής µου µοίρας, όταν δεν µπορώ και δεν ξέρω να τη διαχειριστώ µόνος µου; Και γιατί συνιστά απεµπόληση της εθνικής µας κυριαρχίας η αποδοχή περιορισµών στη δηµοσιονοµική µας κυριαρχία, όταν οι περιορισµοί αυτοί αντισταθµίζονται από τη συµµετοχή µας, στο µέτρο των δυνάµεών µας, στην άσκηση µιας συλλογικής και επιµερισµένης οικονοµικής κυριαρχίας σε ένα ευρύτερο οικονοµικό σύνολο, όπως είναι η ευρωζώνη; Τι υπηρετεί καλύτερα και αποτελεσµατικότερα την εθνική ανεξαρτησία µας – αφού περί αυτού συνεχώς τυρβάζουµε: η επιδίωξη της οικονοµικής ισχύος και ευρωστίας της χώρας µας µέσα στην Ευρώπη υπό την κηδεµονία έστω της πανίσχυρης Γερµανίας ή η παράδοσή της µόνης και έρηµης, αλλά εθνικά υπερήφανης, στη βορά των ανεξέλεγκτων αγορών;
Αυτό που λησµονούµε είναι ότι όταν ενταχθήκαµε, πριν από δέκα χρόνια στην ΟΝΕ, και δεχθήκαµε ως νόµισµα το ευρώ, αποδεχθήκαµε την οριστική εκχώρηση και άρα απώλεια της νοµισµατικής µας κυριαρχίας. Μαζί εποµένως µε την κατάργηση της δραχµής, ως εθνικού νοµίσµατος, συµβόλου εθνικής κυριαρχίας, απωλέσαµε και τη δυνατότητα, νοµική και πραγµατική, να ασκούµε δική µας νοµισµατική πολιτική, δηλαδή εθνική πολιτική τιµών και εισοδηµάτων, καθώς και συναλλαγµατική πολιτική µε τη δυνατότητα υποτίµησης ή ανατίµησης της δραχµής. Λίγοι είχαν κλάψει τότε για τη θυσία της δραχµής µπροστά στα ασύγκριτα µεγαλύτερα από την απώλεια της νοµισµατικής µας κυριαρχίας προσδοκώµενα οικονοµικά οφέλη.
Παράλληλα όµως µε την απώλεια της νοµισµατικής µας κυριαρχίας είχαµε αποδεχθεί, ως χώρα, µέσω των ευρωπαϊκών συνθηκών, και περιορισµούς στην άσκηση της δηµοσιονοµικής µας κυριαρχίας και είχαµε αναλάβει, επιπλέον, τη δέσµευση να συντονίζουµε την οικονοµική µας πολιτική µε εκείνη των άλλων χωρών της ΕΕ. Τέλος, µε την αποδοχή του Ευρωπαϊκού Συµφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης από τα τέλη ήδη της δεκαετίας του ’90 είχαµε αναλάβει από τότε διεθνή, συµβατική υποχρέωση να τηρούµε οικονοµική πολιτική λιτότητας και µειωµένου ελλείµµατος.
Ολα αυτά συνιστούσαν βέβαια και επέφεραν σοβαρούς, νοµικούς, περιορισµούς σε αυτό που καταχρηστικά ονοµάζουµε «οικονοµική κυριαρχία». Φαίνεται πως τα είχαµε ξεχάσει όταν ήλθε η τρόικα και µας εξανάγκασε να κάνουµε βίαια και ανάλγητα όσα δεν κάναµε χρόνια τώρα ως µέλη της ευρωζώνης. Η Ελλάδα δεν είναι σήµερα, τυπικά, λιγότερο κυρίαρχη από όσο ήταν τότε που µπήκε στην ΟΝΕ και κύρωνε τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, εκχωρώντας τη νοµισµατική και δηµοσιονοµικής της κυριαρχία.
Αλλά και αν γυρίζαµε ακόµη πιο πίσω και συγκρίναµε τη νοµισµατική κυριαρχία που είχε η Ελλάδα ή θα είχε η ίδια ως χώρα της δραχµής µε αυτήν που έχει ως µέλος του ευρώ, πιστεύω πως σίγουρα η νοµισµατική «συγκυριαρχία» που ασκεί σήµερα µέσα στην ΟΝΕ, έστω και περιορισµένη πραγµατικά, λόγω της µικρής της ισχύος και της υπερχρέωσής της, είναι ασύγκριτα ισχυρότερη από εκείνη που είχε ή που θα είχε ή θα έχει αν, ο µη γένοιτο, επιστρέψει στην κυριαρχία του εθνικού νοµίσµατος.
Ας αποφασίσουµε, επιτέλους, τι προτιµάµε: µια ρακένδυτη ουσιαστικά αλλά πλήρη τυπικά κυριαρχία ή µια ανθηρή οικονοµικά αλλά περιορισµένη τυπικά κυριαρχία.
Ξέρω ότι το ιδεώδες θα ήταν να µη χρειαζόταν να απαντήσουµε σε αυτό το δίληµµα. Αυτό όµως προϋποθέτει την ιστορική προοπτική µιας άλλης Ευρώπης µε ριζικά διαφορετική οικονοµική πολιτική. Μια άλλη νοµισµατική και δηµοσιονοµική πολιτική, η οποία δεν είναι όµως δυνατόν να επιτευχθεί παρά µόνον αν συντονιστούν και συνεργήσουν οι λαοί και οι κυβερνήσεις της Ευρώπης. Η ριζική αλλαγή της οικονοµικής πολιτικής είναι το ζητούµενο και επιδιωκόµενο, µόνο που αυτή δεν µπορεί πια να επιτευχθεί, όπως τη δεκαετία του ’60, σε εθνικό επίπεδο αλλά µόνο σε ευρωπαϊκό. Αυτός είναι ο ορίζοντας της εθνικής µας µοίρας. Ας το συνειδητοποιήσουµε, αν θέλουµε να είµαστε, πράγµατι, κύριοι της µοίρας µας. Εχουµε να επιλέξουµε ανάµεσα σε µια µοναχική και ρακένδυτη εθνική κυριαρχία και σε µια περιορισµένη συγκυριαρχίαστην Ευρώπη.
Saturday, October 15, 2011
Οι δύο χρόνοι που τρέχουν
Η χώρα έχει παγιδευτεί στα δίχτυα της διεθνούς κρίσης και της εθνικής αυτοδιάλυσης
Του Γιάννη Βούλγαρη
ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2011
Στην Ελλάδα τρέχουν σήμερα δύο χρόνοι: ο χρόνος της εθνικής αυτοδιάλυσης και ο χρόνος της αργής ανασύνταξης. Ο πρώτος χρόνος μετρά όσα ζούμε αυτές τις μέρες. Καταστάσεις οξύμωρες: οι συνδικαλιστές της ΑΔΕΔΥ καταλαμβάνουν τα υπουργεία για «να διώξουν» την τρόικα, από την οποία εξαρτάται ο μισθός τους. Σε δεύτερη ανάγνωση όμως, εικονογραφούν απλώς το σημερινό ελληνικό αδιέξοδο καθώς η χώρα έχει παγιδευτεί στα δίχτυα της διεθνούς κρίσης και της εθνικής αυτοδιάλυσης. Η Ελλάδα ευνοήθηκε ώς πρόσφατα από την παγκόσμια αλληλεξάρτηση και την ευρωπαϊκή ενοποίηση καθώς κινήθηκε από την περιφέρεια στο κέντρο της ευρωπαϊκής διαδικασίας με ό, τι αυτό σήμαινε για την εθνική ασφάλεια, την οικονομική ανάπτυξη και τη σταθεροποίησης της δημοκρατίας. Σήμερα ζει τις ίδιες εξελίξεις επώδυνα, βρισκόμενη στο χείλος της κατάρρευσης, περιμένοντας και πάλι την αναγκαία για την επιβίωσή της ενίσχυση «από τους ξένους», έναντι των οποίων διαθέτει μηδαμινή διαπραγματευτική δύναμη. Ακόμα μικρότερη είναι η πίεση που οι συνδικαλιστές της ΑΔΕΔΥ μπορούν να ασκήσουν στην τρόικα. Οσο για διεκδικήσεις από το εθνικό Δημόσιο Ταμείο βρισκόμαστε στο «ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος». Εχει διαμορφωθεί έτσι ένα θανατηφόρο μείγμα: η εθνική αδυναμία οδηγεί τις συντεχνίες στον παροξυσμό και ο συντεχνιακός παροξυσμός ενισχύει με τη σειρά του την εθνική αδυναμία σε έναν φαύλο κύκλο έτοιμο να εκραγεί. Τούτο το μείγμα οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην αυτοκαταστροφική λύση της επιστροφής στη δραχμή. Ως μη εμπρόθετο αποτέλεσμα, όπως λένε οι κοινωνικές επιστήμες, όταν αναλύουν τις περιπτώσεις εκείνες που οι δράσεις των επιμέρους ομάδων παράγουν ένα συνολικό αποτέλεσμα το οποίο καμία από αυτές δεν θα επέλεγε συνειδητά. Σωστά η πλειοψηφία της κοινωνίας απεύχεται μια τέτοια προοπτική γιατί βραχυχρόνια θα μετατραπούμε σε ζούγκλα και μακροπρόθεσμα σε ένα κράτος - παρία με αδύναμη οικονομία και μόνιμη γεωπολιτική ανασφάλεια σε έναν κόσμο που θα συνεχίζει να παγκοσμιοποιείται και να ενοποιείται «δίχως να κοιτάζει τη δικιά μας μελαγχολία».
Χρειάζεται να σπάσουμε τον φαύλο κύκλο και ο χρόνος στην κλεψύδρα λιγοστεύει. Για να το κάνουμε χρειάζεται να ξεκινήσουμε από μια σκληρή αλλά ρεαλιστική διαπίστωση για την επόμενη (ας πούμε) δεκαετία. Θα είναι μία περίοδος λιτότητας, υψηλής ανεργίας και χαμηλότερου βιοτικού επιπέδου. Ακόμα και αν επαληθευτεί το καλύτερο για μας σενάριο, η Ελλάδα θα κάνει χρόνια να ανακτήσει το χαμένο έδαφος. Η προοπτική της ανάκτησης εξαρτάται από τη βελτίωση της παραγωγικότητας της οικονομίας, τις επενδύσεις και τις εξαγωγές. Αυτός ο σκοτεινός ορίζοντας των μεσοπρόθεσμων προσδοκιών θα αναπροσαρμόσει τις ατομικές και συλλογικές συμπεριφορές, δράσεις και νοοτροπίες. Προς το παρόν η χώρα ζει και δρα με την ψευδαίσθηση, αν όχι τη συνειδητή αυταπάτη, ότι η απώλεια είναι πρόσκαιρη. Γι' αυτό, παρά το βάθος της κρίσης, τα σπέρματα του νέου είναι ελάχιστα είτε κοιτάξουμε την πολιτική είτε την κοινωνία και την τέχνη. Σαν αυτή η χώρα να απώλεσε τα τελευταία χρόνια συσσωρευτικά κάτι βαθύτερο: τη διάθεση να λογαριαστεί με τα δύσκολα, τη ροπή στην αλλαγή, την ικανότητα αναστοχασμού.
Κι όμως, σε δέκα χρόνια η κρίση θα έχει περάσει και η ελληνική οικονομία θα έχει ορθοποδήσει. Κι αυτή η πιθανότητα αποτελεί τη δεύτερη, αισιόδοξη αυτή τη φορά, αφετηρία. Αν καταφέρουμε να αναποδογυρίσουμε τον χρόνο και κοιτάξουμε τον εαυτό μας από το μέλλον στο παρόν, θα μπορέσουμε να οργανώσουμε καλύτερα την πορεία από τα χαλάσματα στην ανασυγκρότηση. Γιατί τα στοιχήματα είναι μεγάλα: ποιο θα είναι το πρόσωπο της Ελλάδας τότε; Πόση διεθνή αξιοπιστία θα έχει ανακτήσει; Ποια κοινωνική συνοχή, ποιον πνευματικό δυναμισμό θα έχει; Ποιοι θα έχουν πληρώσει τι και πώς;
Οι νέες πολιτικές, κοινωνικές, συνδικαλιστικές και πνευματικές ηγεσίες θα αναδειχτούν από αυτή τη διαδικασία και από τις απαντήσεις σε τέτοιες ερωτήσεις. Θα ξεχωρίσουν όσοι και όσες θα μπορέσουν μέσα στη σημερινή παραζάλη να βρουν τη στιγμή και τη δύναμη να βγάλουν για λίγο το κεφάλι έξω από το νερό και να στοχαστούν την προοπτική της επόμενης δεκαετίας, δείχνοντας μονοπάτια και ορόσημα προς το μέλλον. Στην αποστολή τους αυτή έχουν συνομιλητή και κριτή μια κοινωνική πλειοψηφία που συνειδητά ή ενστικτωδώς προσβλέπει ακόμα σε μια μοντέρνα Ελλάδα στο πλαίσιο της Ευρώπης. Μια πλειοψηφία παραζαλισμένη όμως, η οποία ενώ συνδυάζει στο νοητικό επίπεδο συνειδητά ή ενστικτωδώς, το εθνικό συμφέρον με το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, πολιτικά φλερτάρει με συμπεριφορές που στην κατάληξή τους θα οδηγήσουν στην περιθωριοποίηση της χώρας. Αν όμως αυτή η πλειοψηφία εμπνευστεί και βρει σημεία αναφοράς, θα κινηθεί για να προστατεύσει τον εαυτόν της και την κοινωνία από την αυτοδιάλυση.
Αυτό το κοινό κοινωνικό αίσθημα ξέρει τι περιμένει. Να συνθέσουμε τα υπολείμματα κυριαρχίας που μας έχουν μείνει σε ένα εθνικό σχέδιο ανόρθωσης που διευρύνει συνεχώς το περιθώριο αυτονομίας σε συνεργασία και όχι σε μετωπική σύγκρουση με τους ευρωπαίους εταίρους. Μόνο έτσι θα περισώσουμε το πολυτιμότερο σήμερα ηθικό - ιδεολογικό εφόδιο για την κοινωνική συνοχή και αντοχή: τον πατριωτισμό και την εθνική αξιοπρέπεια.
Ξέρει τι δεν περιμένει: ότι η κυβερνητική εναλλαγή θα προσφέρει λύση στο πρόβλημα. Γι' αυτό ενθαρρύνει την ευρύτερη πολιτική συνεννόηση με οποιαδήποτε μορφή. Ενστικτωδώς καταλαβαίνει ότι είναι το αναγκαίο πλαίσιο για να υπάρξει αυτή η στιγμή της πολιτικής περίσκεψης και της στρατηγικής όρασης, που χάνεται στην καθημερινή βοή του μικροκομματισμού. Και δεν καταλαβαίνει γιατί σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να συμπέσει π.χ. στην καθιέρωση ενός νέου φορολογικού καθεστώτος, στην εκ βάθρων αλλαγή του φοροεισπρακτικού μηχανισμού ή στην πολυσυζητημένη απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας.
Ξέρει τι θέλει. Να υψώσει η Πολιτεία παράπλευρα φράγματα που θα αφήνουν τη διαμαρτυρία και την αγανάκτηση να κυλά στο μεταξύ, χωρίς όμως η βαρβαρότητα και η ανομία να κατακλύζουν την κοινωνία και τη ζωή μας. Η μεταπολιτευτική «κουλτούρα της διεκδίκησης» δεν παράγει πλέον ενεργούς πολίτες αλλά δυνάστες και εσχάτως νέους «ανθρωποφύλακες» όπως είδαμε στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Χρειαζόμαστε ένα ανασυγκροτημένο συνδικαλιστικό κίνημα και συνδικαλιστές ηγέτες με διαφορετική νοοτροπία.
Ξέρει τι δεν θέλει: να συμβιώνει αδιάφορα με την εξαθλίωση που παράγει στα αστικά κέντρα, ιδίως στο Κέντρο της Αθήνας, η αύξουσα κοινωνική περιθωριοποίηση. Θα έβλεπε με ελπίδα οργανωμένες τοπικές παρεμβάσεις και πρωτοβουλίες (ένα fast track κοινωνικής πρόνοιας, όπως εύστοχα έγραφε ο Κωστής Παπαϊωάννου, «ΤΑ ΝΕΑ» 13-10-2011).
Ξέρει τι κατά βάθος επιζητεί: ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης που θα αυξήσει την παραγωγικότητα της οικονομίας, ένα νέο κράτος πρόνοιας που θα ανταποκρίνεται στις επιδεινούμενες συνθήκες της υψηλής ανεργίας και της αυξημένης φτώχειας. Επιζητεί να δει ένα τέλος στις περικοπές χωρίς πολιτική και περιμένει μια πρόταση καταμερισμού σε βάθος χρόνου των αναπόφευκτων θυσιών με κοινωνική δικαιοσύνη και διαφάνεια. Ποιος χάνει τι, ποιος κερδίζει τι και άρα πόσο συνεισφέρει. Ο μεταπολιτευτικός κρατισμός έχει απαξιωθεί, αλλά υπάρχει συνείδηση ότι χωρίς καλύτερο κράτος και αποτελεσματική Δημόσια Διοίκηση η ελληνική επιχειρηματικότητα δεν θα καταφέρει να τραβήξει το κάρο.
Στην Ελλάδα τρέχουν σήμερα δύο χρόνοι: ο χρόνος της εθνικής αυτοδιάλυσης και ο χρόνος της αργής ανασύνταξης. Το θέμα είναι ποιος θα κερδίσει.
Του Γιάννη Βούλγαρη
ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2011
Στην Ελλάδα τρέχουν σήμερα δύο χρόνοι: ο χρόνος της εθνικής αυτοδιάλυσης και ο χρόνος της αργής ανασύνταξης. Ο πρώτος χρόνος μετρά όσα ζούμε αυτές τις μέρες. Καταστάσεις οξύμωρες: οι συνδικαλιστές της ΑΔΕΔΥ καταλαμβάνουν τα υπουργεία για «να διώξουν» την τρόικα, από την οποία εξαρτάται ο μισθός τους. Σε δεύτερη ανάγνωση όμως, εικονογραφούν απλώς το σημερινό ελληνικό αδιέξοδο καθώς η χώρα έχει παγιδευτεί στα δίχτυα της διεθνούς κρίσης και της εθνικής αυτοδιάλυσης. Η Ελλάδα ευνοήθηκε ώς πρόσφατα από την παγκόσμια αλληλεξάρτηση και την ευρωπαϊκή ενοποίηση καθώς κινήθηκε από την περιφέρεια στο κέντρο της ευρωπαϊκής διαδικασίας με ό, τι αυτό σήμαινε για την εθνική ασφάλεια, την οικονομική ανάπτυξη και τη σταθεροποίησης της δημοκρατίας. Σήμερα ζει τις ίδιες εξελίξεις επώδυνα, βρισκόμενη στο χείλος της κατάρρευσης, περιμένοντας και πάλι την αναγκαία για την επιβίωσή της ενίσχυση «από τους ξένους», έναντι των οποίων διαθέτει μηδαμινή διαπραγματευτική δύναμη. Ακόμα μικρότερη είναι η πίεση που οι συνδικαλιστές της ΑΔΕΔΥ μπορούν να ασκήσουν στην τρόικα. Οσο για διεκδικήσεις από το εθνικό Δημόσιο Ταμείο βρισκόμαστε στο «ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος». Εχει διαμορφωθεί έτσι ένα θανατηφόρο μείγμα: η εθνική αδυναμία οδηγεί τις συντεχνίες στον παροξυσμό και ο συντεχνιακός παροξυσμός ενισχύει με τη σειρά του την εθνική αδυναμία σε έναν φαύλο κύκλο έτοιμο να εκραγεί. Τούτο το μείγμα οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην αυτοκαταστροφική λύση της επιστροφής στη δραχμή. Ως μη εμπρόθετο αποτέλεσμα, όπως λένε οι κοινωνικές επιστήμες, όταν αναλύουν τις περιπτώσεις εκείνες που οι δράσεις των επιμέρους ομάδων παράγουν ένα συνολικό αποτέλεσμα το οποίο καμία από αυτές δεν θα επέλεγε συνειδητά. Σωστά η πλειοψηφία της κοινωνίας απεύχεται μια τέτοια προοπτική γιατί βραχυχρόνια θα μετατραπούμε σε ζούγκλα και μακροπρόθεσμα σε ένα κράτος - παρία με αδύναμη οικονομία και μόνιμη γεωπολιτική ανασφάλεια σε έναν κόσμο που θα συνεχίζει να παγκοσμιοποιείται και να ενοποιείται «δίχως να κοιτάζει τη δικιά μας μελαγχολία».
Χρειάζεται να σπάσουμε τον φαύλο κύκλο και ο χρόνος στην κλεψύδρα λιγοστεύει. Για να το κάνουμε χρειάζεται να ξεκινήσουμε από μια σκληρή αλλά ρεαλιστική διαπίστωση για την επόμενη (ας πούμε) δεκαετία. Θα είναι μία περίοδος λιτότητας, υψηλής ανεργίας και χαμηλότερου βιοτικού επιπέδου. Ακόμα και αν επαληθευτεί το καλύτερο για μας σενάριο, η Ελλάδα θα κάνει χρόνια να ανακτήσει το χαμένο έδαφος. Η προοπτική της ανάκτησης εξαρτάται από τη βελτίωση της παραγωγικότητας της οικονομίας, τις επενδύσεις και τις εξαγωγές. Αυτός ο σκοτεινός ορίζοντας των μεσοπρόθεσμων προσδοκιών θα αναπροσαρμόσει τις ατομικές και συλλογικές συμπεριφορές, δράσεις και νοοτροπίες. Προς το παρόν η χώρα ζει και δρα με την ψευδαίσθηση, αν όχι τη συνειδητή αυταπάτη, ότι η απώλεια είναι πρόσκαιρη. Γι' αυτό, παρά το βάθος της κρίσης, τα σπέρματα του νέου είναι ελάχιστα είτε κοιτάξουμε την πολιτική είτε την κοινωνία και την τέχνη. Σαν αυτή η χώρα να απώλεσε τα τελευταία χρόνια συσσωρευτικά κάτι βαθύτερο: τη διάθεση να λογαριαστεί με τα δύσκολα, τη ροπή στην αλλαγή, την ικανότητα αναστοχασμού.
Κι όμως, σε δέκα χρόνια η κρίση θα έχει περάσει και η ελληνική οικονομία θα έχει ορθοποδήσει. Κι αυτή η πιθανότητα αποτελεί τη δεύτερη, αισιόδοξη αυτή τη φορά, αφετηρία. Αν καταφέρουμε να αναποδογυρίσουμε τον χρόνο και κοιτάξουμε τον εαυτό μας από το μέλλον στο παρόν, θα μπορέσουμε να οργανώσουμε καλύτερα την πορεία από τα χαλάσματα στην ανασυγκρότηση. Γιατί τα στοιχήματα είναι μεγάλα: ποιο θα είναι το πρόσωπο της Ελλάδας τότε; Πόση διεθνή αξιοπιστία θα έχει ανακτήσει; Ποια κοινωνική συνοχή, ποιον πνευματικό δυναμισμό θα έχει; Ποιοι θα έχουν πληρώσει τι και πώς;
Οι νέες πολιτικές, κοινωνικές, συνδικαλιστικές και πνευματικές ηγεσίες θα αναδειχτούν από αυτή τη διαδικασία και από τις απαντήσεις σε τέτοιες ερωτήσεις. Θα ξεχωρίσουν όσοι και όσες θα μπορέσουν μέσα στη σημερινή παραζάλη να βρουν τη στιγμή και τη δύναμη να βγάλουν για λίγο το κεφάλι έξω από το νερό και να στοχαστούν την προοπτική της επόμενης δεκαετίας, δείχνοντας μονοπάτια και ορόσημα προς το μέλλον. Στην αποστολή τους αυτή έχουν συνομιλητή και κριτή μια κοινωνική πλειοψηφία που συνειδητά ή ενστικτωδώς προσβλέπει ακόμα σε μια μοντέρνα Ελλάδα στο πλαίσιο της Ευρώπης. Μια πλειοψηφία παραζαλισμένη όμως, η οποία ενώ συνδυάζει στο νοητικό επίπεδο συνειδητά ή ενστικτωδώς, το εθνικό συμφέρον με το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, πολιτικά φλερτάρει με συμπεριφορές που στην κατάληξή τους θα οδηγήσουν στην περιθωριοποίηση της χώρας. Αν όμως αυτή η πλειοψηφία εμπνευστεί και βρει σημεία αναφοράς, θα κινηθεί για να προστατεύσει τον εαυτόν της και την κοινωνία από την αυτοδιάλυση.
Αυτό το κοινό κοινωνικό αίσθημα ξέρει τι περιμένει. Να συνθέσουμε τα υπολείμματα κυριαρχίας που μας έχουν μείνει σε ένα εθνικό σχέδιο ανόρθωσης που διευρύνει συνεχώς το περιθώριο αυτονομίας σε συνεργασία και όχι σε μετωπική σύγκρουση με τους ευρωπαίους εταίρους. Μόνο έτσι θα περισώσουμε το πολυτιμότερο σήμερα ηθικό - ιδεολογικό εφόδιο για την κοινωνική συνοχή και αντοχή: τον πατριωτισμό και την εθνική αξιοπρέπεια.
Ξέρει τι δεν περιμένει: ότι η κυβερνητική εναλλαγή θα προσφέρει λύση στο πρόβλημα. Γι' αυτό ενθαρρύνει την ευρύτερη πολιτική συνεννόηση με οποιαδήποτε μορφή. Ενστικτωδώς καταλαβαίνει ότι είναι το αναγκαίο πλαίσιο για να υπάρξει αυτή η στιγμή της πολιτικής περίσκεψης και της στρατηγικής όρασης, που χάνεται στην καθημερινή βοή του μικροκομματισμού. Και δεν καταλαβαίνει γιατί σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να συμπέσει π.χ. στην καθιέρωση ενός νέου φορολογικού καθεστώτος, στην εκ βάθρων αλλαγή του φοροεισπρακτικού μηχανισμού ή στην πολυσυζητημένη απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας.
Ξέρει τι θέλει. Να υψώσει η Πολιτεία παράπλευρα φράγματα που θα αφήνουν τη διαμαρτυρία και την αγανάκτηση να κυλά στο μεταξύ, χωρίς όμως η βαρβαρότητα και η ανομία να κατακλύζουν την κοινωνία και τη ζωή μας. Η μεταπολιτευτική «κουλτούρα της διεκδίκησης» δεν παράγει πλέον ενεργούς πολίτες αλλά δυνάστες και εσχάτως νέους «ανθρωποφύλακες» όπως είδαμε στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Χρειαζόμαστε ένα ανασυγκροτημένο συνδικαλιστικό κίνημα και συνδικαλιστές ηγέτες με διαφορετική νοοτροπία.
Ξέρει τι δεν θέλει: να συμβιώνει αδιάφορα με την εξαθλίωση που παράγει στα αστικά κέντρα, ιδίως στο Κέντρο της Αθήνας, η αύξουσα κοινωνική περιθωριοποίηση. Θα έβλεπε με ελπίδα οργανωμένες τοπικές παρεμβάσεις και πρωτοβουλίες (ένα fast track κοινωνικής πρόνοιας, όπως εύστοχα έγραφε ο Κωστής Παπαϊωάννου, «ΤΑ ΝΕΑ» 13-10-2011).
Ξέρει τι κατά βάθος επιζητεί: ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης που θα αυξήσει την παραγωγικότητα της οικονομίας, ένα νέο κράτος πρόνοιας που θα ανταποκρίνεται στις επιδεινούμενες συνθήκες της υψηλής ανεργίας και της αυξημένης φτώχειας. Επιζητεί να δει ένα τέλος στις περικοπές χωρίς πολιτική και περιμένει μια πρόταση καταμερισμού σε βάθος χρόνου των αναπόφευκτων θυσιών με κοινωνική δικαιοσύνη και διαφάνεια. Ποιος χάνει τι, ποιος κερδίζει τι και άρα πόσο συνεισφέρει. Ο μεταπολιτευτικός κρατισμός έχει απαξιωθεί, αλλά υπάρχει συνείδηση ότι χωρίς καλύτερο κράτος και αποτελεσματική Δημόσια Διοίκηση η ελληνική επιχειρηματικότητα δεν θα καταφέρει να τραβήξει το κάρο.
Στην Ελλάδα τρέχουν σήμερα δύο χρόνοι: ο χρόνος της εθνικής αυτοδιάλυσης και ο χρόνος της αργής ανασύνταξης. Το θέμα είναι ποιος θα κερδίσει.
Subscribe to:
Posts (Atom)
I dont live here any more - Nees Morfes art gallery - Opening 26FEB2008
i don't live here anymore - 23FEB2008
many thanks to: Giannis Skaltsas, Giannis Messinis, Giannis Pilouris, Leonidas Karabinis, Thanos Klonaris, Dimitris Baboulis, Fanis Vlastaras and Maria Glyka for the help.


